to perform, do, accomplish a formal procedure
Πλήρης κλίση του ρήματος τελώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τελώ
εσύ τελείς
αυτός/αυτή/αυτό τελεί
εμείς τελούμε
εσείς τελείτε
αυτοί/αυτές/αυτά τελούν / τελούνε
Παρατατικός
εγώ τελούσα
εσύ τελούσες
αυτός/αυτή/αυτό τελούσε
εμείς τελούσαμε
εσείς τελούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τελούσαν / τελούσανε
Αόριστος
εγώ τέλεσα
εσύ τέλεσες
αυτός/αυτή/αυτό τέλεσε
εμείς τελέσαμε
εσείς τελέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τέλεσαν / τελέσαν / τελέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τελώ
εσύ θα τελείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τελεί
εμείς θα τελούμε
εσείς θα τελείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τελούν / θα τελούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τελέσω
εσύ θα τελέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τελέσει
εμείς θα τελέσουμε
εσείς θα τελέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τελέσουν / θα τελέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τελέσω
εσύ να τελέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τελέσει
εμείς να τελέσουμε
εσείς να τελέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τελέσουν / τελέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τελέσει
εσύ έχεις τελέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τελέσει
εμείς έχουμε τελέσει
εσείς έχετε τελέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τελέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τελέσει
εσύ είχες τελέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τελέσει
εμείς είχαμε τελέσει
εσείς είχατε τελέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τελέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τελέσει
εσύ θα έχεις τελέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τελέσει
εμείς θα έχουμε τελέσει
εσείς θα έχετε τελέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τελέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τελείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τέλεσε
(εσείς) τελέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τελούμαι
εσύ τελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό τελείται
εμείς τελούμαστε / τελούμεθα
εσείς τελείστε / τελείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά τελούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό τελούνταν / ετελείτο
εμείς τελούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τελούνταν / ετελούντο
Αόριστος
εγώ τελέστηκα
εσύ τελέστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τελέστηκε
εμείς τελεστήκαμε
εσείς τελεστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τελέστηκαν / τελεστήκαν / τελεστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τελούμαι
εσύ θα τελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τελείται
εμείς θα τελούμαστε / θα τελούμεθα
εσείς θα τελείστε / θα τελείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τελούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τελεστώ
εσύ θα τελεστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τελεστεί
εμείς θα τελεστούμε
εσείς θα τελεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τελεστούν / θα τελεστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τελεστώ
εσύ να τελεστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τελεστεί
εμείς να τελεστούμε
εσείς να τελεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τελεστούν / τελεστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τελεστεί
εσύ έχεις τελεστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τελεστεί
εμείς έχουμε τελεστεί
εσείς έχετε τελεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τελεστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τελεστεί
εσύ είχες τελεστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τελεστεί
εμείς είχαμε τελεστεί
εσείς είχατε τελεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τελεστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τελεστεί
εσύ θα έχεις τελεστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τελεστεί
εμείς θα έχουμε τελεστεί
εσείς θα έχετε τελεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τελεστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τελείστε / τελείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τελέσου
(εσείς) τελεστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τελώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τελέσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
τελούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
τελεσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τελέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τελεστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.