to post (a letter)
Πλήρης κλίση του ρήματος ταχυδρομώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταχυδρομώ
εσύ ταχυδρομείς
αυτός/αυτή/αυτό ταχυδρομεί
εμείς ταχυδρομούμε
εσείς ταχυδρομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχυδρομούν / ταχυδρομούνε
Παρατατικός
εγώ ταχυδρομούσα
εσύ ταχυδρομούσες
αυτός/αυτή/αυτό ταχυδρομούσε
εμείς ταχυδρομούσαμε
εσείς ταχυδρομούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχυδρομούσαν / ταχυδρομούσανε
Αόριστος
εγώ ταχυδρόμησα
εσύ ταχυδρόμησες
αυτός/αυτή/αυτό ταχυδρόμησε
εμείς ταχυδρομήσαμε
εσείς ταχυδρομήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχυδρόμησαν / ταχυδρομήσαν / ταχυδρομήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταχυδρομώ
εσύ θα ταχυδρομείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχυδρομεί
εμείς θα ταχυδρομούμε
εσείς θα ταχυδρομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχυδρομούν / θα ταχυδρομούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταχυδρομήσω
εσύ θα ταχυδρομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχυδρομήσει
εμείς θα ταχυδρομήσουμε
εσείς θα ταχυδρομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχυδρομήσουν / θα ταχυδρομήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταχυδρομήσω
εσύ να ταχυδρομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταχυδρομήσει
εμείς να ταχυδρομήσουμε
εσείς να ταχυδρομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταχυδρομήσουν / ταχυδρομήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταχυδρομήσει
εσύ έχεις ταχυδρομήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταχυδρομήσει
εμείς έχουμε ταχυδρομήσει
εσείς έχετε ταχυδρομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταχυδρομήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταχυδρομήσει
εσύ είχες ταχυδρομήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταχυδρομήσει
εμείς είχαμε ταχυδρομήσει
εσείς είχατε ταχυδρομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταχυδρομήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταχυδρομήσει
εσύ θα έχεις ταχυδρομήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταχυδρομήσει
εμείς θα έχουμε ταχυδρομήσει
εσείς θα έχετε ταχυδρομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταχυδρομήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ταχυδρομείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταχυδρόμησε
(εσείς) ταχυδρομήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταχυδρομούμαι
εσύ ταχυδρομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταχυδρομείται
εμείς ταχυδρομούμαστε
εσείς ταχυδρομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχυδρομούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ταχυδρομούνταν / ταχυδρομείτο
εμείς ταχυδρομούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχυδρομούνταν / ταχυδρομούντο
Αόριστος
εγώ ταχυδρομήθηκα
εσύ ταχυδρομήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταχυδρομήθηκε
εμείς ταχυδρομηθήκαμε
εσείς ταχυδρομηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχυδρομήθηκαν / ταχυδρομηθήκαν / ταχυδρομηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταχυδρομούμαι
εσύ θα ταχυδρομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχυδρομείται
εμείς θα ταχυδρομούμαστε
εσείς θα ταχυδρομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχυδρομούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταχυδρομηθώ
εσύ θα ταχυδρομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχυδρομηθεί
εμείς θα ταχυδρομηθούμε
εσείς θα ταχυδρομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχυδρομηθούν / θα ταχυδρομηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταχυδρομηθώ
εσύ να ταχυδρομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταχυδρομηθεί
εμείς να ταχυδρομηθούμε
εσείς να ταχυδρομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταχυδρομηθούν / ταχυδρομηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταχυδρομηθεί
εσύ έχεις ταχυδρομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταχυδρομηθεί
εμείς έχουμε ταχυδρομηθεί
εσείς έχετε ταχυδρομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταχυδρομηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταχυδρομηθεί
εσύ είχες ταχυδρομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταχυδρομηθεί
εμείς είχαμε ταχυδρομηθεί
εσείς είχατε ταχυδρομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταχυδρομηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταχυδρομηθεί
εσύ θα έχεις ταχυδρομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταχυδρομηθεί
εμείς θα έχουμε ταχυδρομηθεί
εσείς θα έχετε ταχυδρομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταχυδρομηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ταχυδρομείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταχυδρομήσου
(εσείς) ταχυδρομηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ταχυδρομώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ταχυδρομήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ταχυδρομούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ταχυδρομημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ταχυδρομήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ταχυδρομηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.