Κλίση του ρήματος ταχτοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ταχτοποιώ
alternative form of τακτοποιώ (taktopoió)
Πλήρης κλίση του ρήματος ταχτοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ταχτοποιώ
εσύ ταχτοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό ταχτοποιεί
εμείς ταχτοποιούμε
εσείς ταχτοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχτοποιούν / ταχτοποιούνε

Παρατατικός

εγώ ταχτοποιούσα
εσύ ταχτοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό ταχτοποιούσε
εμείς ταχτοποιούσαμε
εσείς ταχτοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχτοποιούσαν / ταχτοποιούσανε

Αόριστος

εγώ ταχτοποίησα
εσύ ταχτοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό ταχτοποίησε
εμείς ταχτοποιήσαμε
εσείς ταχτοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχτοποίησαν / ταχτοποιήσαν / ταχτοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ταχτοποιώ
εσύ θα ταχτοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχτοποιεί
εμείς θα ταχτοποιούμε
εσείς θα ταχτοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχτοποιούν / θα ταχτοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ταχτοποιήσω
εσύ θα ταχτοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχτοποιήσει
εμείς θα ταχτοποιήσουμε
εσείς θα ταχτοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχτοποιήσουν / θα ταχτοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ταχτοποιήσω
εσύ να ταχτοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταχτοποιήσει
εμείς να ταχτοποιήσουμε
εσείς να ταχτοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταχτοποιήσουν / ταχτοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ταχτοποιήσει
εσύ έχεις ταχτοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταχτοποιήσει
εμείς έχουμε ταχτοποιήσει
εσείς έχετε ταχτοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταχτοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ταχτοποιήσει
εσύ είχες ταχτοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταχτοποιήσει
εμείς είχαμε ταχτοποιήσει
εσείς είχατε ταχτοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταχτοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ταχτοποιήσει
εσύ θα έχεις ταχτοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταχτοποιήσει
εμείς θα έχουμε ταχτοποιήσει
εσείς θα έχετε ταχτοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταχτοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ταχτοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ταχτοποίησε
(εσείς) ταχτοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ταχτοποιούμαι
εσύ ταχτοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταχτοποιείται
εμείς ταχτοποιούμαστε / ταχτοποιόμαστε
εσείς ταχτοποιείστε / ταχτοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχτοποιούνται

Παρατατικός

εγώ ταχτοποιούμουν / ταχτοποιούμουνα / ταχτοποιόμουν / ταχτοποιόμουνα
εσύ ταχτοποιόσουν / ταχτοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ταχτοποιούνταν / ταχτοποιόταν / ταχτοποιότανε / ταχτοποιείτο
εμείς ταχτοποιούμασταν / ‑ούμαστε / ταχτοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς ταχτοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχτοποιούνταν / ταχτοποιόνταν / ταχτοποιόντανε / ταχτοποιόντουσαν / ταχτοποιούντο

Αόριστος

εγώ ταχτοποιήθηκα
εσύ ταχτοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταχτοποιήθηκε
εμείς ταχτοποιηθήκαμε
εσείς ταχτοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταχτοποιήθηκαν / ταχτοποιηθήκαν / ταχτοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ταχτοποιούμαι
εσύ θα ταχτοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχτοποιείται
εμείς θα ταχτοποιούμαστε / θα ταχτοποιόμαστε
εσείς θα ταχτοποιείστε / θα ταχτοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχτοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ταχτοποιηθώ
εσύ θα ταχτοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταχτοποιηθεί
εμείς θα ταχτοποιηθούμε
εσείς θα ταχτοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταχτοποιηθούν / θα ταχτοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ταχτοποιηθώ
εσύ να ταχτοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταχτοποιηθεί
εμείς να ταχτοποιηθούμε
εσείς να ταχτοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταχτοποιηθούν / ταχτοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ταχτοποιηθεί
εσύ έχεις ταχτοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταχτοποιηθεί
εμείς έχουμε ταχτοποιηθεί
εσείς έχετε ταχτοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταχτοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ταχτοποιηθεί
εσύ είχες ταχτοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταχτοποιηθεί
εμείς είχαμε ταχτοποιηθεί
εσείς είχατε ταχτοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταχτοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ταχτοποιηθεί
εσύ θα έχεις ταχτοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταχτοποιηθεί
εμείς θα έχουμε ταχτοποιηθεί
εσείς θα έχετε ταχτοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταχτοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ταχτοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ταχτοποιήσου
(εσείς) ταχτοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ταχτοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ταχτοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ταχτοποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ταχτοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ταχτοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ταχτοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.