to embalm, mummify
Πλήρης κλίση του ρήματος ταριχεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταριχεύω
εσύ ταριχεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ταριχεύει
εμείς ταριχεύουμε
εσείς ταριχεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ταριχεύουν / ταριχεύουνε
Παρατατικός
εγώ ταρίχευα
εσύ ταρίχευες
αυτός/αυτή/αυτό ταρίχευε
εμείς ταριχεύαμε
εσείς ταριχεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταρίχευαν / ταριχεύαν / ταριχεύανε
Αόριστος
εγώ ταρίχευσα / ταρίχεψα
εσύ ταρίχευσες / ταρίχεψες
αυτός/αυτή/αυτό ταρίχευσε / ταρίχεψε
εμείς ταριχεύσαμε / ταριχέψαμε
εσείς ταριχεύσατε / ταριχέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταρίχευσαν / ταριχεύσαν / ταριχεύσανε / ταρίχεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταριχεύω
εσύ θα ταριχεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταριχεύει
εμείς θα ταριχεύουμε
εσείς θα ταριχεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταριχεύουν / θα ταριχεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταριχεύσω / θα ταριχέψω
εσύ θα ταριχεύσεις / θα ταριχέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταριχεύσει / θα ταριχέψει
εμείς θα ταριχεύσουμε / θα ταριχέψουμε
εσείς θα ταριχεύσετε / θα ταριχέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταριχεύσουν / θα ταριχεύσουνε / θα ταριχέψουν / θα ταριχέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταριχεύσω / ταριχέψω
εσύ να ταριχεύσεις / ταριχέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταριχεύσει / ταριχέψει
εμείς να ταριχεύσουμε / ταριχέψουμε
εσείς να ταριχεύσετε / ταριχέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταριχεύσουν / ταριχεύσουνε / ταριχέψουν / ταριχέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταριχεύσει / ταριχέψει
εσύ έχεις ταριχεύσει / ταριχέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταριχεύσει / ταριχέψει
εμείς έχουμε ταριχεύσει / ταριχέψει
εσείς έχετε ταριχεύσει / ταριχέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταριχεύσει / ταριχέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταριχεύσει / ταριχέψει
εσύ είχες ταριχεύσει / ταριχέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταριχεύσει / ταριχέψει
εμείς είχαμε ταριχεύσει / ταριχέψει
εσείς είχατε ταριχεύσει / ταριχέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταριχεύσει / ταριχέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταριχεύσει / ταριχέψει
εσύ θα έχεις ταριχεύσει / ταριχέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταριχεύσει / ταριχέψει
εμείς θα έχουμε ταριχεύσει / ταριχέψει
εσείς θα έχετε ταριχεύσει / ταριχέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταριχεύσει / ταριχέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ταρίχευε
(εσείς) ταριχεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταρίχευσε / ταρίχεψε / ταρίχευ'
(εσείς) ταριχεύστε / ταριχέψτε / ταριχεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταριχεύομαι
εσύ ταριχεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταριχεύεται
εμείς ταριχευόμαστε
εσείς ταριχεύεστε / ταριχευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταριχεύονται
Παρατατικός
εγώ ταριχευόμουν / ταριχευόμουνα
εσύ ταριχευόσουν / ταριχευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ταριχευόταν / ταριχευότανε
εμείς ταριχευόμασταν / ταριχευόμαστε
εσείς ταριχευόσασταν / ταριχευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταριχεύονταν / ταριχευόντουσαν
Αόριστος
εγώ ταριχεύτηκα / ταριχεύθηκα
εσύ ταριχεύτηκες / ταριχεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταριχεύτηκε / ταριχεύθηκε
εμείς ταριχευτήκαμε / ταριχευθήκαμε
εσείς ταριχευτήκατε / ταριχευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταριχεύτηκαν / ταριχευτήκαν / ταριχευτήκανε / ταριχεύθηκαν / ταριχευθήκαν / ταριχευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταριχεύομαι
εσύ θα ταριχεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταριχεύεται
εμείς θα ταριχευόμαστε
εσείς θα ταριχεύεστε / θα ταριχευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταριχεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταριχευτώ / θα ταριχευθώ
εσύ θα ταριχευτείς / θα ταριχευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταριχευτεί / θα ταριχευθεί
εμείς θα ταριχευτούμε / θα ταριχευθούμε
εσείς θα ταριχευτείτε / θα ταριχευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταριχευτούν / θα ταριχευτούνε / θα ταριχευθούν / θα ταριχευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταριχευτώ / ταριχευθώ
εσύ να ταριχευτείς / ταριχευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταριχευτεί / ταριχευθεί
εμείς να ταριχευτούμε / ταριχευθούμε
εσείς να ταριχευτείτε / ταριχευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταριχευτούν / ταριχευτούνε / ταριχευθούν / ταριχευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταριχευτεί / ταριχευθεί
εσύ έχεις ταριχευτεί / ταριχευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταριχευτεί / ταριχευθεί
εμείς έχουμε ταριχευτεί / ταριχευθεί
εσείς έχετε ταριχευτεί / ταριχευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταριχευτεί / ταριχευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταριχευτεί / ταριχευθεί
εσύ είχες ταριχευτεί / ταριχευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταριχευτεί / ταριχευθεί
εμείς είχαμε ταριχευτεί / ταριχευθεί
εσείς είχατε ταριχευτεί / ταριχευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταριχευτεί / ταριχευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταριχευτεί / ταριχευθεί
εσύ θα έχεις ταριχευτεί / ταριχευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταριχευτεί / ταριχευθεί
εμείς θα έχουμε ταριχευτεί / ταριχευθεί
εσείς θα έχετε ταριχευτεί / ταριχευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταριχευτεί / ταριχευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ταριχεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταριχεύσου / ταριχέψου
(εσείς) ταριχευτείτε / ταριχευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ταριχεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ταριχεύσει / ταριχέψει
Μετοχή παρακειμένου
ταριχευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ταριχεύσει / ταριχέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ταριχευτεί / ταριχευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.