to agitate, trouble someone
Πλήρης κλίση του ρήματος ταράζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταράζω
εσύ ταράζεις
αυτός/αυτή/αυτό ταράζει
εμείς ταράζουμε
εσείς ταράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ταράζουν / ταράζουνε
Παρατατικός
εγώ τάραζα
εσύ τάραζες
αυτός/αυτή/αυτό τάραζε
εμείς ταράζαμε
εσείς ταράζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τάραζαν / ταράζαν / ταράζανε
Αόριστος
εγώ τάραξα
εσύ τάραξες
αυτός/αυτή/αυτό τάραξε
εμείς ταράξαμε
εσείς ταράξατε
αυτοί/αυτές/αυτά τάραξαν / ταράξαν / ταράξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταράζω
εσύ θα ταράζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταράζει
εμείς θα ταράζουμε
εσείς θα ταράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταράζουν / θα ταράζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταράξω
εσύ θα ταράξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταράξει
εμείς θα ταράξουμε
εσείς θα ταράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταράξουν / θα ταράξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταράξω
εσύ να ταράξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταράξει
εμείς να ταράξουμε
εσείς να ταράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταράξουν / ταράξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταράξει
εσύ έχεις ταράξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταράξει
εμείς έχουμε ταράξει
εσείς έχετε ταράξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταράξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταράξει
εσύ είχες ταράξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταράξει
εμείς είχαμε ταράξει
εσείς είχατε ταράξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταράξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταράξει
εσύ θα έχεις ταράξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταράξει
εμείς θα έχουμε ταράξει
εσείς θα έχετε ταράξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταράξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τάραζε
(εσείς) ταράζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τάραξε / τάραχ'
(εσείς) ταράξτε / ταράχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταράζομαι
εσύ ταράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταράζεται
εμείς ταραζόμαστε
εσείς ταράζεστε / ταραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταράζονται
Παρατατικός
εγώ ταραζόμουν / ταραζόμουνα
εσύ ταραζόσουν / ταραζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ταραζόταν / ταραζότανε
εμείς ταραζόμασταν / ταραζόμαστε
εσείς ταραζόσασταν / ταραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταράζονταν / ταραζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ταράχτηκα
εσύ ταράχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταράχτηκε
εμείς ταραχτήκαμε
εσείς ταραχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταράχτηκαν / ταραχτήκαν / ταραχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταράζομαι
εσύ θα ταράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταράζεται
εμείς θα ταραζόμαστε
εσείς θα ταράζεστε / θα ταραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταράζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταραχτώ
εσύ θα ταραχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταραχτεί
εμείς θα ταραχτούμε
εσείς θα ταραχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταραχτούν / θα ταραχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταραχτώ
εσύ να ταραχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταραχτεί
εμείς να ταραχτούμε
εσείς να ταραχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταραχτούν / ταραχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταραχτεί
εσύ έχεις ταραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταραχτεί
εμείς έχουμε ταραχτεί
εσείς έχετε ταραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταραχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταραχτεί
εσύ είχες ταραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταραχτεί
εμείς είχαμε ταραχτεί
εσείς είχατε ταραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταραχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταραχτεί
εσύ θα έχεις ταραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταραχτεί
εμείς θα έχουμε ταραχτεί
εσείς θα έχετε ταραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταραχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ταράζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταράξου
(εσείς) ταραχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ταράζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ταράξει
Μετοχή παρακειμένου
ταραγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ταράξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ταραχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.