to humiliate, humble
Πλήρης κλίση του ρήματος ταπεινώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταπεινώνω
εσύ ταπεινώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ταπεινώνει
εμείς ταπεινώνουμε
εσείς ταπεινώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ταπεινώνουν / ταπεινώνουνε
Παρατατικός
εγώ ταπείνωνα
εσύ ταπείνωνες
αυτός/αυτή/αυτό ταπείνωνε
εμείς ταπεινώναμε
εσείς ταπεινώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταπείνωναν / ταπεινώναν / ταπεινώνανε
Αόριστος
εγώ ταπείνωσα
εσύ ταπείνωσες
αυτός/αυτή/αυτό ταπείνωσε
εμείς ταπεινώσαμε
εσείς ταπεινώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταπείνωσαν / ταπεινώσαν / ταπεινώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταπεινώνω
εσύ θα ταπεινώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταπεινώνει
εμείς θα ταπεινώνουμε
εσείς θα ταπεινώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταπεινώνουν / θα ταπεινώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταπεινώσω
εσύ θα ταπεινώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταπεινώσει
εμείς θα ταπεινώσουμε
εσείς θα ταπεινώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταπεινώσουν / θα ταπεινώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταπεινώσω
εσύ να ταπεινώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταπεινώσει
εμείς να ταπεινώσουμε
εσείς να ταπεινώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταπεινώσουν / ταπεινώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταπεινώσει
εσύ έχεις ταπεινώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταπεινώσει
εμείς έχουμε ταπεινώσει
εσείς έχετε ταπεινώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταπεινώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταπεινώσει
εσύ είχες ταπεινώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταπεινώσει
εμείς είχαμε ταπεινώσει
εσείς είχατε ταπεινώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταπεινώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταπεινώσει
εσύ θα έχεις ταπεινώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταπεινώσει
εμείς θα έχουμε ταπεινώσει
εσείς θα έχετε ταπεινώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταπεινώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ταπείνωνε
(εσείς) ταπεινώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταπείνωσε
(εσείς) ταπεινώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταπεινώνομαι
εσύ ταπεινώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταπεινώνεται
εμείς ταπεινωνόμαστε
εσείς ταπεινώνεστε / ταπεινωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταπεινώνονται
Παρατατικός
εγώ ταπεινωνόμουν / ταπεινωνόμουνα
εσύ ταπεινωνόσουν / ταπεινωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ταπεινωνόταν / ταπεινωνότανε
εμείς ταπεινωνόμασταν / ταπεινωνόμαστε
εσείς ταπεινωνόσασταν / ταπεινωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταπεινώνονταν / ταπεινωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ταπεινώθηκα
εσύ ταπεινώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταπεινώθηκε
εμείς ταπεινωθήκαμε
εσείς ταπεινωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταπεινώθηκαν / ταπεινωθήκαν / ταπεινωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταπεινώνομαι
εσύ θα ταπεινώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταπεινώνεται
εμείς θα ταπεινωνόμαστε
εσείς θα ταπεινώνεστε / θα ταπεινωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταπεινώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταπεινωθώ
εσύ θα ταπεινωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταπεινωθεί
εμείς θα ταπεινωθούμε
εσείς θα ταπεινωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταπεινωθούν / θα ταπεινωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταπεινωθώ
εσύ να ταπεινωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταπεινωθεί
εμείς να ταπεινωθούμε
εσείς να ταπεινωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταπεινωθούν / ταπεινωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταπεινωθεί
εσύ έχεις ταπεινωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταπεινωθεί
εμείς έχουμε ταπεινωθεί
εσείς έχετε ταπεινωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταπεινωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταπεινωθεί
εσύ είχες ταπεινωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταπεινωθεί
εμείς είχαμε ταπεινωθεί
εσείς είχατε ταπεινωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταπεινωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταπεινωθεί
εσύ θα έχεις ταπεινωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταπεινωθεί
εμείς θα έχουμε ταπεινωθεί
εσείς θα έχετε ταπεινωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταπεινωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ταπεινώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταπεινώσου
(εσείς) ταπεινωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ταπεινώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ταπεινώσει
Μετοχή παρακειμένου
ταπεινωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ταπεινώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ταπεινωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.