Κλίση του ρήματος ταλαντεύομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ταλαντεύομαι
to oscillate (to swing back and forth, especially if with a regular rhythm)
Πλήρης κλίση του ρήματος ταλαντεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ταλαντεύομαι
εσύ ταλαντεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταλαντεύεται
εμείς ταλαντευόμαστε
εσείς ταλαντεύεστε / ταλαντευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαντεύονται

Παρατατικός

εγώ ταλαντευόμουν / ταλαντευόμουνα
εσύ ταλαντευόσουν / ταλαντευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ταλαντευόταν / ταλαντευότανε
εμείς ταλαντευόμασταν / ταλαντευόμαστε
εσείς ταλαντευόσασταν / ταλαντευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαντεύονταν / ταλαντευόντουσαν

Αόριστος

εγώ ταλαντεύτηκα / ταλαντεύθηκα
εσύ ταλαντεύτηκες / ταλαντεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταλαντεύτηκε / ταλαντεύθηκε
εμείς ταλαντευτήκαμε / ταλαντευθήκαμε
εσείς ταλαντευτήκατε / ταλαντευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαντεύτηκαν / ταλαντευτήκαν / ταλαντευτήκανε / ταλαντεύθηκαν / ταλαντευθήκαν / ταλαντευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ταλαντεύομαι
εσύ θα ταλαντεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταλαντεύεται
εμείς θα ταλαντευόμαστε
εσείς θα ταλαντεύεστε / θα ταλαντευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταλαντεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ταλαντευτώ / θα ταλαντευθώ
εσύ θα ταλαντευτείς / θα ταλαντευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταλαντευτεί / θα ταλαντευθεί
εμείς θα ταλαντευτούμε / θα ταλαντευθούμε
εσείς θα ταλαντευτείτε / θα ταλαντευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταλαντευτούν / θα ταλαντευτούνε / θα ταλαντευθούν / θα ταλαντευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ταλαντευτώ / ταλαντευθώ
εσύ να ταλαντευτείς / ταλαντευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εμείς να ταλαντευτούμε / ταλαντευθούμε
εσείς να ταλαντευτείτε / ταλαντευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταλαντευτούν / ταλαντευτούνε / ταλαντευθούν / ταλαντευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εσύ έχεις ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εμείς έχουμε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εσείς έχετε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταλαντευτεί / ταλαντευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εσύ είχες ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εμείς είχαμε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εσείς είχατε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταλαντευτεί / ταλαντευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εσύ θα έχεις ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εμείς θα έχουμε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
εσείς θα έχετε ταλαντευτεί / ταλαντευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταλαντευτεί / ταλαντευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ταλαντεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ταλαντεύσου
(εσείς) ταλαντευτείτε / ταλαντευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

ταλαντευτεί / ταλαντευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.