Κλίση του ρήματος ταλαιπωρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ταλαιπωρώ
to trouble, bother, pester, beleaguer, worry, badger (to make suffer)
Πλήρης κλίση του ρήματος ταλαιπωρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ταλαιπωρώ
εσύ ταλαιπωρείς
αυτός/αυτή/αυτό ταλαιπωρεί
εμείς ταλαιπωρούμε
εσείς ταλαιπωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαιπωρούν / ταλαιπωρούνε

Παρατατικός

εγώ ταλαιπωρούσα
εσύ ταλαιπωρούσες
αυτός/αυτή/αυτό ταλαιπωρούσε
εμείς ταλαιπωρούσαμε
εσείς ταλαιπωρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαιπωρούσαν / ταλαιπωρούσανε

Αόριστος

εγώ ταλαιπώρησα
εσύ ταλαιπώρησες
αυτός/αυτή/αυτό ταλαιπώρησε
εμείς ταλαιπωρήσαμε
εσείς ταλαιπωρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαιπώρησαν / ταλαιπωρήσαν / ταλαιπωρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ταλαιπωρώ
εσύ θα ταλαιπωρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταλαιπωρεί
εμείς θα ταλαιπωρούμε
εσείς θα ταλαιπωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταλαιπωρούν / θα ταλαιπωρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ταλαιπωρήσω
εσύ θα ταλαιπωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταλαιπωρήσει
εμείς θα ταλαιπωρήσουμε
εσείς θα ταλαιπωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταλαιπωρήσουν / θα ταλαιπωρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ταλαιπωρήσω
εσύ να ταλαιπωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταλαιπωρήσει
εμείς να ταλαιπωρήσουμε
εσείς να ταλαιπωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταλαιπωρήσουν / ταλαιπωρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ταλαιπωρήσει
εσύ έχεις ταλαιπωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταλαιπωρήσει
εμείς έχουμε ταλαιπωρήσει
εσείς έχετε ταλαιπωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταλαιπωρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ταλαιπωρήσει
εσύ είχες ταλαιπωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταλαιπωρήσει
εμείς είχαμε ταλαιπωρήσει
εσείς είχατε ταλαιπωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταλαιπωρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ταλαιπωρήσει
εσύ θα έχεις ταλαιπωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταλαιπωρήσει
εμείς θα έχουμε ταλαιπωρήσει
εσείς θα έχετε ταλαιπωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταλαιπωρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ταλαιπωρείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ταλαιπώρησε
(εσείς) ταλαιπωρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ταλαιπωρούμαι - ταλαιπωριέμαι
εσύ ταλαιπωρείσαι - ταλαιπωριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό ταλαιπωρείται - ταλαιπωριέται
εμείς ταλαιπωρούμαστε - ταλαιπωριόμαστε
εσείς ταλαιπωρείστε - ταλαιπωριέστε / ταλαιπωριόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαιπωρούνται - ταλαιπωριούνται / ταλαιπωριόνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό ταλαιπωρούνταν
εμείς ταλαιπωρούμασταν / - ταλαιπωριόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαιπωρούνταν / ταλαιπωριόντουσαν

Αόριστος

εγώ ταλαιπωρήθηκα
εσύ ταλαιπωρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ταλαιπωρήθηκε
εμείς ταλαιπωρηθήκαμε
εσείς ταλαιπωρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταλαιπωρήθηκαν / ταλαιπωρηθήκαν / ταλαιπωρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ταλαιπωρούμαι - ταλαιπωριέμαι
εσύ θα ταλαιπωρείσαι - ταλαιπωριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ταλαιπωρείται - ταλαιπωριέται
εμείς θα ταλαιπωρούμαστε - ταλαιπωριόμαστε
εσείς θα ταλαιπωρείστε - ταλαιπωριέστε / θα ταλαιπωριόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταλαιπωρούνται - ταλαιπωριούνται / θα ταλαιπωριόνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ταλαιπωρηθώ
εσύ θα ταλαιπωρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ταλαιπωρηθεί
εμείς θα ταλαιπωρηθούμε
εσείς θα ταλαιπωρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταλαιπωρηθούν / θα ταλαιπωρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ταλαιπωρηθώ
εσύ να ταλαιπωρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ταλαιπωρηθεί
εμείς να ταλαιπωρηθούμε
εσείς να ταλαιπωρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταλαιπωρηθούν / ταλαιπωρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ταλαιπωρηθεί
εσύ έχεις ταλαιπωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταλαιπωρηθεί
εμείς έχουμε ταλαιπωρηθεί
εσείς έχετε ταλαιπωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταλαιπωρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ταλαιπωρηθεί
εσύ είχες ταλαιπωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταλαιπωρηθεί
εμείς είχαμε ταλαιπωρηθεί
εσείς είχατε ταλαιπωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταλαιπωρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ταλαιπωρηθεί
εσύ θα έχεις ταλαιπωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταλαιπωρηθεί
εμείς θα έχουμε ταλαιπωρηθεί
εσείς θα έχετε ταλαιπωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταλαιπωρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ταλαιπωρείστε - ταλαιπωριέστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ταλαιπωρήσου
(εσείς) ταλαιπωρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ταλαιπωρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ταλαιπωρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ταλαιπωρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ταλαιπωρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ταλαιπωρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ταλαιπωρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.