to match, go with, correspond with
Πλήρης κλίση του ρήματος ταιριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ταιριάζω
εσύ ταιριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ταιριάζει
εμείς ταιριάζουμε
εσείς ταιριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ταιριάζουν / ταιριάζουνε
Παρατατικός
εγώ ταίριαζα
εσύ ταίριαζες
αυτός/αυτή/αυτό ταίριαζε
εμείς ταιριάζαμε
εσείς ταιριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταίριαζαν / ταιριάζαν / ταιριάζανε
Αόριστος
εγώ ταίριαξα / ταίριασα
εσύ ταίριαξες / ταίριασες
αυτός/αυτή/αυτό ταίριαξε / ταίριασε
εμείς ταιριάξαμε / ταιριάσαμε
εσείς ταιριάξατε / ταιριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ταίριαξαν / ταιριάξαν / ταιριάξανε / ταίριασαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ταιριάζω
εσύ θα ταιριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταιριάζει
εμείς θα ταιριάζουμε
εσείς θα ταιριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταιριάζουν / θα ταιριάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταιριάξω / θα ταιριάσω
εσύ θα ταιριάξεις / θα ταιριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ταιριάξει / θα ταιριάσει
εμείς θα ταιριάξουμε / θα ταιριάσουμε
εσείς θα ταιριάξετε / θα ταιριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ταιριάξουν / θα ταιριάξουνε / θα ταιριάσουν / θα ταιριάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ταιριάξω / ταιριάσω
εσύ να ταιριάξεις / ταιριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ταιριάξει / ταιριάσει
εμείς να ταιριάξουμε / ταιριάσουμε
εσείς να ταιριάξετε / ταιριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ταιριάξουν / ταιριάξουνε / ταιριάσουν / ταιριάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ταιριάξει / ταιριάσει
εσύ έχεις ταιριάξει / ταιριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ταιριάξει / ταιριάσει
εμείς έχουμε ταιριάξει / ταιριάσει
εσείς έχετε ταιριάξει / ταιριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ταιριάξει / ταιριάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ταιριάξει / ταιριάσει
εσύ είχες ταιριάξει / ταιριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ταιριάξει / ταιριάσει
εμείς είχαμε ταιριάξει / ταιριάσει
εσείς είχατε ταιριάξει / ταιριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ταιριάξει / ταιριάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ταιριάξει / ταιριάσει
εσύ θα έχεις ταιριάξει / ταιριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ταιριάξει / ταιριάσει
εμείς θα έχουμε ταιριάξει / ταιριάσει
εσείς θα έχετε ταιριάξει / ταιριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ταιριάξει / ταιριάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ταίριαζε
(εσείς) ταιριάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ταίριαξε / ταίριαχ'
(εσείς) ταιριάξτε / ταιριάχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ταιριάζοντας / έχοντας ταιριάξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ταιριαγμένος, -η, -ο / ταιριασμένος
Απαρέμφατο
ταιριάξει / ταιριάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.