Κλίση του ρήματος τέρπω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τέρπω
to regale, please, delight
Πλήρης κλίση του ρήματος τέρπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τέρπω
εσύ τέρπεις
αυτός/αυτή/αυτό τέρπει
εμείς τέρπουμε
εσείς τέρπετε

Παρατατικός

εγώ έτερπα
εσύ έτερπες
αυτός/αυτή/αυτό έτερπε
εμείς τέρπαμε
εσείς τέρπατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτερπαν

Αόριστος

εγώ έτερψα
εσύ έτερψες
αυτός/αυτή/αυτό έτερψε
εμείς τέρψαμε
εσείς τέρψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτερψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τέρπω
εσύ θα τέρπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τέρπει
εμείς θα τέρπουμε
εσείς θα τέρπετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τέρψω
εσύ θα τέρψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τέρψει
εμείς θα τέρψουμε
εσείς θα τέρψετε

Υποτακτική (να)

εγώ να τέρψω
εσύ να τέρψεις
αυτός/αυτή/αυτό να τέρψει
εμείς να τέρψουμε
εσείς να τέρψετε

Παρακείμενος

εγώ έχω τέρψει
εσύ έχεις τέρψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τέρψει
εμείς έχουμε τέρψει
εσείς έχετε τέρψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τέρψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τέρψει
εσύ είχες τέρψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τέρψει
εμείς είχαμε τέρψει
εσείς είχατε τέρψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τέρψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τέρψει
εσύ θα έχεις τέρψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τέρψει
εμείς θα έχουμε τέρψει
εσείς θα έχετε τέρψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τέρψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τέρπε
(εσείς) τέρπετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τέρψε
(εσείς) τέρψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τέρπομαι
εσύ τέρπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τέρπεται
εμείς τερπόμαστε
εσείς τέρπεστε / τέρπεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά τέρπονται

Παρατατικός

εγώ ετερπόμουν
εμείς τερπόμασταν / τερπόμαστε
εσείς τερπόσασταν / τερπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τέρπονταν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τέρπομαι
εσύ θα τέρπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τέρπεται
εμείς θα τερπόμαστε
εσείς θα τέρπεστε / θα τέρπεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τέρπονται

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τέρπεστε / τέρπεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τέρψου

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τέρποντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τέρψει

Απαρέμφατο

τέρψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.