Κλίση του ρήματος σύρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σύρω
to drag, alternative form of σέρνω (sérno)
Πλήρης κλίση του ρήματος σύρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σύρω
εσύ σύρεις
αυτός/αυτή/αυτό σύρει
εμείς σύρουμε
εσείς σύρετε
αυτοί/αυτές/αυτά σύρουν / σύρουνε

Παρατατικός

εγώ έσυρα
εσύ έσυρες
αυτός/αυτή/αυτό έσυρε
εμείς σύραμε
εσείς σύρατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσυραν / σύραν / σύρανε

Αόριστος

εγώ έσυρα
εσύ έσυρες
αυτός/αυτή/αυτό έσυρε
εμείς σύραμε
εσείς σύρατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσυραν / σύραν / σύρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σύρω
εσύ θα σύρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σύρει
εμείς θα σύρουμε
εσείς θα σύρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σύρουν / θα σύρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σύρω
εσύ θα σύρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σύρει
εμείς θα σύρουμε
εσείς θα σύρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σύρουν / θα σύρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σύρω
εσύ να σύρεις
αυτός/αυτή/αυτό να σύρει
εμείς να σύρουμε
εσείς να σύρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σύρουν / σύρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σύρει
εσύ έχεις σύρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σύρει
εμείς έχουμε σύρει
εσείς έχετε σύρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σύρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σύρει
εσύ είχες σύρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σύρει
εμείς είχαμε σύρει
εσείς είχατε σύρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σύρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σύρει
εσύ θα έχεις σύρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σύρει
εμείς θα έχουμε σύρει
εσείς θα έχετε σύρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σύρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σύρε
(εσείς) σύρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σύρε / σύρατε
(εσείς) σύρτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σύρομαι
εσύ σύρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σύρεται
εμείς συρόμαστε
εσείς σύρεστε / συρόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σύρονται

Παρατατικός

εγώ συρόμουν / συρόμουνα
εσύ συρόσουν / συρόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συρόταν / συρότανε
εμείς συρόμασταν / συρόμαστε
εσείς συρόσασταν / συρόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σύρονταν / συρόντουσαν

Αόριστος

εγώ σύρθηκα
εσύ σύρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σύρθηκε
εμείς συρθήκαμε
εσείς συρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σύρθηκαν / συρθήκαν / συρθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σύρομαι
εσύ θα σύρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σύρεται
εμείς θα συρόμαστε
εσείς θα σύρεστε / θα συρόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σύρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συρθώ
εσύ θα συρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συρθεί
εμείς θα συρθούμε
εσείς θα συρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρθούν / θα συρθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συρθώ
εσύ να συρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συρθεί
εμείς να συρθούμε
εσείς να συρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συρθούν / συρθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συρθεί
εσύ έχεις συρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συρθεί
εμείς έχουμε συρθεί
εσείς έχετε συρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συρθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συρθεί
εσύ είχες συρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συρθεί
εμείς είχαμε συρθεί
εσείς είχατε συρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συρθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συρθεί
εσύ θα έχεις συρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συρθεί
εμείς θα έχουμε συρθεί
εσείς θα έχετε συρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συρθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σύρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σύρσου
(εσείς) συρθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σύροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σύρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

συρόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

συρμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σύρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

συρθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.