to draw, design, plan
Πλήρης κλίση του ρήματος σχεδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σχεδιάζω
εσύ σχεδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό σχεδιάζει
εμείς σχεδιάζουμε
εσείς σχεδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σχεδιάζουν / σχεδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ σχεδίαζα
εσύ σχεδίαζες
αυτός/αυτή/αυτό σχεδίαζε
εμείς σχεδιάζαμε
εσείς σχεδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σχεδίαζαν / σχεδιάζαν / σχεδιάζανε
Αόριστος
εγώ σχεδίασα
εσύ σχεδίασες
αυτός/αυτή/αυτό σχεδίασε
εμείς σχεδιάσαμε
εσείς σχεδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σχεδίασαν / σχεδιάσαν / σχεδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σχεδιάζω
εσύ θα σχεδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σχεδιάζει
εμείς θα σχεδιάζουμε
εσείς θα σχεδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σχεδιάζουν / θα σχεδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχεδιάσω
εσύ θα σχεδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σχεδιάσει
εμείς θα σχεδιάσουμε
εσείς θα σχεδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σχεδιάσουν / θα σχεδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σχεδιάσω
εσύ να σχεδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σχεδιάσει
εμείς να σχεδιάσουμε
εσείς να σχεδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σχεδιάσουν / σχεδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σχεδιάσει
εσύ έχεις σχεδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σχεδιάσει
εμείς έχουμε σχεδιάσει
εσείς έχετε σχεδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σχεδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σχεδιάσει
εσύ είχες σχεδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σχεδιάσει
εμείς είχαμε σχεδιάσει
εσείς είχατε σχεδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σχεδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σχεδιάσει
εσύ θα έχεις σχεδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σχεδιάσει
εμείς θα έχουμε σχεδιάσει
εσείς θα έχετε σχεδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σχεδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σχεδίαζε
(εσείς) σχεδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σχεδίασε
(εσείς) σχεδιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σχεδιάζομαι
εσύ σχεδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σχεδιάζεται
εμείς σχεδιαζόμαστε
εσείς σχεδιάζεστε / σχεδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σχεδιάζονται
Παρατατικός
εγώ σχεδιαζόμουν / σχεδιαζόμουνα
εσύ σχεδιαζόσουν / σχεδιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σχεδιαζόταν / σχεδιαζότανε
εμείς σχεδιαζόμασταν / σχεδιαζόμαστε
εσείς σχεδιαζόσασταν / σχεδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σχεδιάζονταν / σχεδιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ σχεδιάστηκα
εσύ σχεδιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σχεδιάστηκε
εμείς σχεδιαστήκαμε
εσείς σχεδιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σχεδιάστηκαν / σχεδιαστήκαν / σχεδιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σχεδιάζομαι
εσύ θα σχεδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σχεδιάζεται
εμείς θα σχεδιαζόμαστε
εσείς θα σχεδιάζεστε / θα σχεδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σχεδιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχεδιαστώ
εσύ θα σχεδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σχεδιαστεί
εμείς θα σχεδιαστούμε
εσείς θα σχεδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σχεδιαστούν / θα σχεδιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σχεδιαστώ
εσύ να σχεδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σχεδιαστεί
εμείς να σχεδιαστούμε
εσείς να σχεδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σχεδιαστούν / σχεδιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σχεδιαστεί
εσύ έχεις σχεδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σχεδιαστεί
εμείς έχουμε σχεδιαστεί
εσείς έχετε σχεδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σχεδιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σχεδιαστεί
εσύ είχες σχεδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σχεδιαστεί
εμείς είχαμε σχεδιαστεί
εσείς είχατε σχεδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σχεδιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σχεδιαστεί
εσύ θα έχεις σχεδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σχεδιαστεί
εμείς θα έχουμε σχεδιαστεί
εσείς θα έχετε σχεδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σχεδιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σχεδιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σχεδιάσου
(εσείς) σχεδιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σχεδιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σχεδιάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σχεδιαζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
σχεδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σχεδιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σχεδιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.