to throb, pulsate, be vibrant (also figuratively)
Πλήρης κλίση του ρήματος σφύζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σφύζω
εσύ σφύζεις
αυτός/αυτή/αυτό σφύζει
εμείς σφύζουμε
εσείς σφύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σφύζουν / σφύζουνε
Παρατατικός
εγώ έσφυζα
εσύ έσφυζες
αυτός/αυτή/αυτό έσφυζε
εμείς σφύζαμε
εσείς σφύζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσφυζαν / σφύζαν / σφύζανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σφύζω
εσύ θα σφύζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφύζει
εμείς θα σφύζουμε
εσείς θα σφύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφύζουν / θα σφύζουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σφύζε
(εσείς) σφύζετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σφύζοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.