Κλίση του ρήματος σφυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σφυρίζω
to whistle
Πλήρης κλίση του ρήματος σφυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σφυρίζω
εσύ σφυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σφυρίζει
εμείς σφυρίζουμε
εσείς σφυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σφυρίζουν / σφυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ σφύριζα
εσύ σφύριζες
αυτός/αυτή/αυτό σφύριζε
εμείς σφυρίζαμε
εσείς σφυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφύριζαν / σφυρίζαν / σφυρίζανε

Αόριστος

εγώ σφύριξα
εσύ σφύριξες
αυτός/αυτή/αυτό σφύριξε
εμείς σφυρίξαμε
εσείς σφυρίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφύριξαν / σφυρίξαν / σφυρίξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σφυρίζω
εσύ θα σφυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφυρίζει
εμείς θα σφυρίζουμε
εσείς θα σφυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφυρίζουν / θα σφυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σφυρίξω
εσύ θα σφυρίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφυρίξει
εμείς θα σφυρίξουμε
εσείς θα σφυρίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφυρίξουν / θα σφυρίξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σφυρίξω
εσύ να σφυρίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να σφυρίξει
εμείς να σφυρίξουμε
εσείς να σφυρίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφυρίξουν / σφυρίξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σφυρίξει
εσύ έχεις σφυρίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφυρίξει
εμείς έχουμε σφυρίξει
εσείς έχετε σφυρίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφυρίξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σφυρίξει
εσύ είχες σφυρίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφυρίξει
εμείς είχαμε σφυρίξει
εσείς είχατε σφυρίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφυρίξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σφυρίξει
εσύ θα έχεις σφυρίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφυρίξει
εμείς θα έχουμε σφυρίξει
εσείς θα έχετε σφυρίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφυρίξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σφύριζε
(εσείς) σφυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σφύριξε / σφύριχ'
(εσείς) σφυρίξτε / σφυρίχτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σφυρίζομαι
εσύ σφυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σφυρίζεται
εμείς σφυριζόμαστε
εσείς σφυρίζεστε / σφυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφυρίζονται

Παρατατικός

εγώ σφυριζόμουν / σφυριζόμουνα
εσύ σφυριζόσουν / σφυριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σφυριζόταν / σφυριζότανε
εμείς σφυριζόμασταν / σφυριζόμαστε
εσείς σφυριζόσασταν / σφυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφυρίζονταν / σφυριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ σφυρίχτηκα
εσύ σφυρίχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό σφυρίχτηκε
εμείς σφυριχτήκαμε
εσείς σφυριχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφυρίχτηκαν / σφυριχτήκαν / σφυριχτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σφυρίζομαι
εσύ θα σφυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σφυρίζεται
εμείς θα σφυριζόμαστε
εσείς θα σφυρίζεστε / θα σφυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφυρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σφυριχτώ
εσύ θα σφυριχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σφυριχτεί
εμείς θα σφυριχτούμε
εσείς θα σφυριχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφυριχτούν / θα σφυριχτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σφυριχτώ
εσύ να σφυριχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να σφυριχτεί
εμείς να σφυριχτούμε
εσείς να σφυριχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφυριχτούν / σφυριχτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σφυριχτεί
εσύ έχεις σφυριχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφυριχτεί
εμείς έχουμε σφυριχτεί
εσείς έχετε σφυριχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφυριχτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σφυριχτεί
εσύ είχες σφυριχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφυριχτεί
εμείς είχαμε σφυριχτεί
εσείς είχατε σφυριχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφυριχτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σφυριχτεί
εσύ θα έχεις σφυριχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφυριχτεί
εμείς θα έχουμε σφυριχτεί
εσείς θα έχετε σφυριχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφυριχτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σφυρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σφυρίξου
(εσείς) σφυριχτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σφυρίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σφυρίξει

Μετοχή παρακειμένου

σφυριγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σφυρίξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σφυριχτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.