to seal (a document)
Πλήρης κλίση του ρήματος σφραγίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σφραγίζω
εσύ σφραγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σφραγίζει
εμείς σφραγίζουμε
εσείς σφραγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σφραγίζουν / σφραγίζουνε
Παρατατικός
εγώ σφράγιζα
εσύ σφράγιζες
αυτός/αυτή/αυτό σφράγιζε
εμείς σφραγίζαμε
εσείς σφραγίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφράγιζαν / σφραγίζαν / σφραγίζανε
Αόριστος
εγώ σφράγισα
εσύ σφράγισες
αυτός/αυτή/αυτό σφράγισε
εμείς σφραγίσαμε
εσείς σφραγίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφράγισαν / σφραγίσαν / σφραγίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σφραγίζω
εσύ θα σφραγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφραγίζει
εμείς θα σφραγίζουμε
εσείς θα σφραγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφραγίζουν / θα σφραγίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφραγίσω
εσύ θα σφραγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφραγίσει
εμείς θα σφραγίσουμε
εσείς θα σφραγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφραγίσουν / θα σφραγίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σφραγίσω
εσύ να σφραγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σφραγίσει
εμείς να σφραγίσουμε
εσείς να σφραγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφραγίσουν / σφραγίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σφραγίσει
εσύ έχεις σφραγίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφραγίσει
εμείς έχουμε σφραγίσει
εσείς έχετε σφραγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφραγίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σφραγίσει
εσύ είχες σφραγίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφραγίσει
εμείς είχαμε σφραγίσει
εσείς είχατε σφραγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφραγίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σφραγίσει
εσύ θα έχεις σφραγίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφραγίσει
εμείς θα έχουμε σφραγίσει
εσείς θα έχετε σφραγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφραγίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σφράγιζε
(εσείς) σφραγίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σφράγισε
(εσείς) σφραγίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σφραγίζομαι
εσύ σφραγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σφραγίζεται
εμείς σφραγιζόμαστε
εσείς σφραγίζεστε / σφραγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφραγίζονται
Παρατατικός
εγώ σφραγιζόμουν / σφραγιζόμουνα
εσύ σφραγιζόσουν / σφραγιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σφραγιζόταν / σφραγιζότανε
εμείς σφραγιζόμασταν / σφραγιζόμαστε
εσείς σφραγιζόσασταν / σφραγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφραγίζονταν / σφραγιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ σφραγίστηκα
εσύ σφραγίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σφραγίστηκε
εμείς σφραγιστήκαμε
εσείς σφραγιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφραγίστηκαν / σφραγιστήκαν / σφραγιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σφραγίζομαι
εσύ θα σφραγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σφραγίζεται
εμείς θα σφραγιζόμαστε
εσείς θα σφραγίζεστε / θα σφραγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφραγίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφραγιστώ
εσύ θα σφραγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σφραγιστεί
εμείς θα σφραγιστούμε
εσείς θα σφραγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφραγιστούν / θα σφραγιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σφραγιστώ
εσύ να σφραγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σφραγιστεί
εμείς να σφραγιστούμε
εσείς να σφραγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφραγιστούν / σφραγιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σφραγιστεί
εσύ έχεις σφραγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφραγιστεί
εμείς έχουμε σφραγιστεί
εσείς έχετε σφραγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφραγιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σφραγιστεί
εσύ είχες σφραγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφραγιστεί
εμείς είχαμε σφραγιστεί
εσείς είχατε σφραγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφραγιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σφραγιστεί
εσύ θα έχεις σφραγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφραγιστεί
εμείς θα έχουμε σφραγιστεί
εσείς θα έχετε σφραγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφραγιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σφραγίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σφραγίσου
(εσείς) σφραγιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σφραγίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σφραγίσει
Μετοχή παρακειμένου
σφραγισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σφραγίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σφραγιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.