to embrace, clasp tightly
Πλήρης κλίση του ρήματος σφιχταγκαλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σφιχταγκαλιάζω
εσύ σφιχταγκαλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό σφιχταγκαλιάζει
εμείς σφιχταγκαλιάζουμε
εσείς σφιχταγκαλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σφιχταγκαλιάζουν / σφιχταγκαλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ σφιχταγκάλιαζα
εσύ σφιχταγκάλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό σφιχταγκάλιαζε
εμείς σφιχταγκαλιάζαμε
εσείς σφιχταγκαλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφιχταγκάλιαζαν / σφιχταγκαλιάζαν / σφιχταγκαλιάζανε
Αόριστος
εγώ σφιχταγκάλιασα
εσύ σφιχταγκάλιασες
αυτός/αυτή/αυτό σφιχταγκάλιασε
εμείς σφιχταγκαλιάσαμε
εσείς σφιχταγκαλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφιχταγκάλιασαν / σφιχταγκαλιάσαν / σφιχταγκαλιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σφιχταγκαλιάζω
εσύ θα σφιχταγκαλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφιχταγκαλιάζει
εμείς θα σφιχταγκαλιάζουμε
εσείς θα σφιχταγκαλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφιχταγκαλιάζουν / θα σφιχταγκαλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφιχταγκαλιάσω
εσύ θα σφιχταγκαλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφιχταγκαλιάσει
εμείς θα σφιχταγκαλιάσουμε
εσείς θα σφιχταγκαλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφιχταγκαλιάσουν / θα σφιχταγκαλιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σφιχταγκαλιάσω
εσύ να σφιχταγκαλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σφιχταγκαλιάσει
εμείς να σφιχταγκαλιάσουμε
εσείς να σφιχταγκαλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφιχταγκαλιάσουν / σφιχταγκαλιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σφιχταγκαλιάσει
εσύ έχεις σφιχταγκαλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφιχταγκαλιάσει
εμείς έχουμε σφιχταγκαλιάσει
εσείς έχετε σφιχταγκαλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφιχταγκαλιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σφιχταγκαλιάσει
εσύ είχες σφιχταγκαλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφιχταγκαλιάσει
εμείς είχαμε σφιχταγκαλιάσει
εσείς είχατε σφιχταγκαλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφιχταγκαλιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σφιχταγκαλιάσει
εσύ θα έχεις σφιχταγκαλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφιχταγκαλιάσει
εμείς θα έχουμε σφιχταγκαλιάσει
εσείς θα έχετε σφιχταγκαλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφιχταγκαλιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σφιχταγκάλιαζε
(εσείς) σφιχταγκαλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σφιχταγκάλιασε
(εσείς) σφιχταγκαλιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σφιχταγκαλιάζομαι
εσύ σφιχταγκαλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σφιχταγκαλιάζεται
εμείς σφιχταγκαλιαζόμαστε
εσείς σφιχταγκαλιάζεστε / σφιχταγκαλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφιχταγκαλιάζονται
Παρατατικός
εγώ σφιχταγκαλιαζόμουν / σφιχταγκαλιαζόμουνα
εσύ σφιχταγκαλιαζόσουν / σφιχταγκαλιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σφιχταγκαλιαζόταν / σφιχταγκαλιαζότανε
εμείς σφιχταγκαλιαζόμασταν / σφιχταγκαλιαζόμαστε
εσείς σφιχταγκαλιαζόσασταν / σφιχταγκαλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφιχταγκαλιάζονταν / σφιχταγκαλιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ σφιχταγκαλιάστηκα
εσύ σφιχταγκαλιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σφιχταγκαλιάστηκε
εμείς σφιχταγκαλιαστήκαμε
εσείς σφιχταγκαλιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφιχταγκαλιάστηκαν / σφιχταγκαλιαστήκαν / σφιχταγκαλιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σφιχταγκαλιάζομαι
εσύ θα σφιχταγκαλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σφιχταγκαλιάζεται
εμείς θα σφιχταγκαλιαζόμαστε
εσείς θα σφιχταγκαλιάζεστε / θα σφιχταγκαλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφιχταγκαλιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφιχταγκαλιαστώ
εσύ θα σφιχταγκαλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σφιχταγκαλιαστεί
εμείς θα σφιχταγκαλιαστούμε
εσείς θα σφιχταγκαλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφιχταγκαλιαστούν / θα σφιχταγκαλιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σφιχταγκαλιαστώ
εσύ να σφιχταγκαλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σφιχταγκαλιαστεί
εμείς να σφιχταγκαλιαστούμε
εσείς να σφιχταγκαλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφιχταγκαλιαστούν / σφιχταγκαλιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σφιχταγκαλιαστεί
εσύ έχεις σφιχταγκαλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφιχταγκαλιαστεί
εμείς έχουμε σφιχταγκαλιαστεί
εσείς έχετε σφιχταγκαλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφιχταγκαλιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σφιχταγκαλιαστεί
εσύ είχες σφιχταγκαλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφιχταγκαλιαστεί
εμείς είχαμε σφιχταγκαλιαστεί
εσείς είχατε σφιχταγκαλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφιχταγκαλιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σφιχταγκαλιαστεί
εσύ θα έχεις σφιχταγκαλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφιχταγκαλιαστεί
εμείς θα έχουμε σφιχταγκαλιαστεί
εσείς θα έχετε σφιχταγκαλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφιχταγκαλιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σφιχταγκαλιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σφιχταγκαλιάσου
(εσείς) σφιχταγκαλιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σφιχταγκαλιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σφιχταγκαλιάσει
Μετοχή παρακειμένου
σφιχταγκαλιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σφιχταγκαλιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σφιχταγκαλιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.