Κλίση του ρήματος σφαλιαρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σφαλιαρίζω
to smack, slap (give a blow on the face with the open hand)
Πλήρης κλίση του ρήματος σφαλιαρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σφαλιαρίζω
εσύ σφαλιαρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σφαλιαρίζει
εμείς σφαλιαρίζουμε
εσείς σφαλιαρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαλιαρίζουν / σφαλιαρίζουνε

Παρατατικός

εγώ σφαλιάριζα
εσύ σφαλιάριζες
αυτός/αυτή/αυτό σφαλιάριζε
εμείς σφαλιαρίζαμε
εσείς σφαλιαρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαλιάριζαν / σφαλιαρίζαν / σφαλιαρίζανε

Αόριστος

εγώ σφαλιάρισα
εσύ σφαλιάρισες
αυτός/αυτή/αυτό σφαλιάρισε
εμείς σφαλιαρίσαμε
εσείς σφαλιαρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαλιάρισαν / σφαλιαρίσαν / σφαλιαρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σφαλιαρίζω
εσύ θα σφαλιαρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφαλιαρίζει
εμείς θα σφαλιαρίζουμε
εσείς θα σφαλιαρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφαλιαρίζουν / θα σφαλιαρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σφαλιαρίσω
εσύ θα σφαλιαρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφαλιαρίσει
εμείς θα σφαλιαρίσουμε
εσείς θα σφαλιαρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφαλιαρίσουν / θα σφαλιαρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σφαλιαρίσω
εσύ να σφαλιαρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σφαλιαρίσει
εμείς να σφαλιαρίσουμε
εσείς να σφαλιαρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφαλιαρίσουν / σφαλιαρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σφαλιαρίσει
εσύ έχεις σφαλιαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφαλιαρίσει
εμείς έχουμε σφαλιαρίσει
εσείς έχετε σφαλιαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφαλιαρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σφαλιαρίσει
εσύ είχες σφαλιαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφαλιαρίσει
εμείς είχαμε σφαλιαρίσει
εσείς είχατε σφαλιαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφαλιαρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σφαλιαρίσει
εσύ θα έχεις σφαλιαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφαλιαρίσει
εμείς θα έχουμε σφαλιαρίσει
εσείς θα έχετε σφαλιαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφαλιαρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σφαλιάριζε
(εσείς) σφαλιαρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σφαλιάρισε
(εσείς) σφαλιαρίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σφαλιαρίζομαι
εσύ σφαλιαρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σφαλιαρίζεται
εμείς σφαλιαριζόμαστε
εσείς σφαλιαρίζεστε / σφαλιαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαλιαρίζονται

Παρατατικός

εγώ σφαλιαριζόμουν / σφαλιαριζόμουνα
εσύ σφαλιαριζόσουν / σφαλιαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σφαλιαριζόταν / σφαλιαριζότανε
εμείς σφαλιαριζόμασταν / σφαλιαριζόμαστε
εσείς σφαλιαριζόσασταν / σφαλιαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαλιαρίζονταν / σφαλιαριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ σφαλιαρίστηκα
εσύ σφαλιαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σφαλιαρίστηκε
εμείς σφαλιαριστήκαμε
εσείς σφαλιαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαλιαρίστηκαν / σφαλιαριστήκαν / σφαλιαριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σφαλιαρίζομαι
εσύ θα σφαλιαρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σφαλιαρίζεται
εμείς θα σφαλιαριζόμαστε
εσείς θα σφαλιαρίζεστε / θα σφαλιαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφαλιαρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σφαλιαριστώ
εσύ θα σφαλιαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σφαλιαριστεί
εμείς θα σφαλιαριστούμε
εσείς θα σφαλιαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφαλιαριστούν / θα σφαλιαριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σφαλιαριστώ
εσύ να σφαλιαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σφαλιαριστεί
εμείς να σφαλιαριστούμε
εσείς να σφαλιαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφαλιαριστούν / σφαλιαριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σφαλιαριστεί
εσύ έχεις σφαλιαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφαλιαριστεί
εμείς έχουμε σφαλιαριστεί
εσείς έχετε σφαλιαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφαλιαριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σφαλιαριστεί
εσύ είχες σφαλιαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφαλιαριστεί
εμείς είχαμε σφαλιαριστεί
εσείς είχατε σφαλιαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφαλιαριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σφαλιαριστεί
εσύ θα έχεις σφαλιαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφαλιαριστεί
εμείς θα έχουμε σφαλιαριστεί
εσείς θα έχετε σφαλιαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφαλιαριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σφαλιαρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σφαλιαρίσου
(εσείς) σφαλιαριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σφαλιαρίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σφαλιαρίσει

Απαρέμφατο

σφαλιαρίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σφαλιαριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.