Κλίση του ρήματος σφαδάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σφαδάζω
to agonize, to writhe in pain, to flail
Πλήρης κλίση του ρήματος σφαδάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σφαδάζω
εσύ σφαδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό σφαδάζει
εμείς σφαδάζουμε
εσείς σφαδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σφαδάζουν / σφαδάζουνε

Παρατατικός

εγώ σφάδαζα
εσύ σφάδαζες
αυτός/αυτή/αυτό σφάδαζε
εμείς σφαδάζαμε
εσείς σφαδάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφάδαζαν / σφαδάζαν / σφαδάζανε

Αόριστος

εγώ σφάδασα
εσύ σφάδασες
αυτός/αυτή/αυτό σφάδασε
εμείς σφαδάσαμε
εσείς σφαδάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σφάδασαν / σφαδάσαν / σφαδάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σφαδάζω
εσύ θα σφαδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφαδάζει
εμείς θα σφαδάζουμε
εσείς θα σφαδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφαδάζουν / θα σφαδάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σφαδάσω
εσύ θα σφαδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σφαδάσει
εμείς θα σφαδάσουμε
εσείς θα σφαδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σφαδάσουν / θα σφαδάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σφαδάσω
εσύ να σφαδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σφαδάσει
εμείς να σφαδάσουμε
εσείς να σφαδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σφαδάσουν / σφαδάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σφαδάσει
εσύ έχεις σφαδάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σφαδάσει
εμείς έχουμε σφαδάσει
εσείς έχετε σφαδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σφαδάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σφαδάσει
εσύ είχες σφαδάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σφαδάσει
εμείς είχαμε σφαδάσει
εσείς είχατε σφαδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σφαδάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σφαδάσει
εσύ θα έχεις σφαδάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σφαδάσει
εμείς θα έχουμε σφαδάσει
εσείς θα έχετε σφαδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σφαδάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σφάδαζε
(εσείς) σφαδάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σφάδασε
(εσείς) σφαδάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σφαδάζοντας / έχοντας σφαδάσει

Απαρέμφατο

σφαδάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.