to accumulate
Πλήρης κλίση του ρήματος συσσωρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συσσωρεύω
εσύ συσσωρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό συσσωρεύει
εμείς συσσωρεύουμε
εσείς συσσωρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά συσσωρεύουν / συσσωρεύουνε
Παρατατικός
εγώ συσσώρευα
εσύ συσσώρευες
αυτός/αυτή/αυτό συσσώρευε
εμείς συσσωρεύαμε
εσείς συσσωρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά συσσώρευαν / συσσωρεύαν / συσσωρεύανε
Αόριστος
εγώ συσσώρευσα
εσύ συσσώρευσες
αυτός/αυτή/αυτό συσσώρευσε
εμείς συσσωρεύσαμε
εσείς συσσωρεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συσσώρευσαν / συσσωρεύσαν / συσσωρεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συσσωρεύω
εσύ θα συσσωρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συσσωρεύει
εμείς θα συσσωρεύουμε
εσείς θα συσσωρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συσσωρεύουν / θα συσσωρεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συσσωρεύσω
εσύ θα συσσωρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συσσωρεύσει
εμείς θα συσσωρεύσουμε
εσείς θα συσσωρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συσσωρεύσουν / θα συσσωρεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συσσωρεύσω
εσύ να συσσωρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συσσωρεύσει
εμείς να συσσωρεύσουμε
εσείς να συσσωρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συσσωρεύσουν / συσσωρεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συσσωρεύσει
εσύ έχεις συσσωρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συσσωρεύσει
εμείς έχουμε συσσωρεύσει
εσείς έχετε συσσωρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συσσωρεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συσσωρεύσει
εσύ είχες συσσωρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συσσωρεύσει
εμείς είχαμε συσσωρεύσει
εσείς είχατε συσσωρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συσσωρεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συσσωρεύσει
εσύ θα έχεις συσσωρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συσσωρεύσει
εμείς θα έχουμε συσσωρεύσει
εσείς θα έχετε συσσωρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συσσωρεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συσσώρευε
(εσείς) συσσωρεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συσσώρευσε
(εσείς) συσσωρεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συσσωρεύομαι
εσύ συσσωρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συσσωρεύεται
εμείς συσσωρευόμαστε
εσείς συσσωρεύεστε / συσσωρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συσσωρεύονται
Παρατατικός
εγώ συσσωρευόμουν / συσσωρευόμουνα
εσύ συσσωρευόσουν / συσσωρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συσσωρευόταν / συσσωρευότανε
εμείς συσσωρευόμασταν / συσσωρευόμαστε
εσείς συσσωρευόσασταν / συσσωρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συσσωρεύονταν / συσσωρευόντουσαν
Αόριστος
εγώ συσσωρεύτηκα / συσσωρεύθηκα
εσύ συσσωρεύτηκες / συσσωρεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συσσωρεύτηκε / συσσωρεύθηκε
εμείς συσσωρευτήκαμε / συσσωρευθήκαμε
εσείς συσσωρευτήκατε / συσσωρευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συσσωρεύτηκαν / συσσωρευτήκαν / συσσωρευτήκανε / συσσωρεύθηκαν / συσσωρευθήκαν / συσσωρευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συσσωρεύομαι
εσύ θα συσσωρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συσσωρεύεται
εμείς θα συσσωρευόμαστε
εσείς θα συσσωρεύεστε / θα συσσωρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συσσωρεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συσσωρευτώ / θα συσσωρευθώ
εσύ θα συσσωρευτείς / θα συσσωρευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συσσωρευτεί / θα συσσωρευθεί
εμείς θα συσσωρευτούμε / θα συσσωρευθούμε
εσείς θα συσσωρευτείτε / θα συσσωρευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συσσωρευτούν / θα συσσωρευτούνε / θα συσσωρευθούν / θα συσσωρευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συσσωρευτώ / συσσωρευθώ
εσύ να συσσωρευτείς / συσσωρευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εμείς να συσσωρευτούμε / συσσωρευθούμε
εσείς να συσσωρευτείτε / συσσωρευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συσσωρευτούν / συσσωρευτούνε / συσσωρευθούν / συσσωρευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εσύ έχεις συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εμείς έχουμε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εσείς έχετε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εσύ είχες συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εμείς είχαμε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εσείς είχατε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εσύ θα έχεις συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εμείς θα έχουμε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
εσείς θα έχετε συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συσσωρεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συσσωρεύσου
(εσείς) συσσωρευτείτε / συσσωρευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συσσωρεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συσσωρεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συσσωρευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συσσωρευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συσσωρεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συσσωρευτεί / συσσωρευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.