to be in conference
Πλήρης κλίση του ρήματος συσκέπτομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συσκέπτομαι
εσύ συσκέπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συσκέπτεται
εμείς συσκεπτόμαστε
εσείς συσκέπτεστε / συσκεπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συσκέπτονται
Παρατατικός
εγώ συσκεπτόμουν / συσκεπτόμουνα
εσύ συσκεπτόσουν / συσκεπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συσκεπτόταν / συσκεπτότανε
εμείς συσκεπτόμασταν / συσκεπτόμαστε
εσείς συσκεπτόσασταν / συσκεπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συσκέπτονταν / συσκεπτόντουσαν
Αόριστος
εγώ συσκέφθηκα
εσύ συσκέφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συσκέφθηκε
εμείς συσκεφθήκαμε
εσείς συσκεφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συσκέφθηκαν / συσκεφθήκαν / συσκεφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συσκέπτομαι
εσύ θα συσκέπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συσκέπτεται
εμείς θα συσκεπτόμαστε
εσείς θα συσκέπτεστε / θα συσκεπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συσκέπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συσκεφθώ
εσύ θα συσκεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συσκεφθεί
εμείς θα συσκεφθούμε
εσείς θα συσκεφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συσκεφθούν / θα συσκεφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συσκεφθώ
εσύ να συσκεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συσκεφθεί
εμείς να συσκεφθούμε
εσείς να συσκεφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συσκεφθούν / συσκεφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συσκεφθεί
εσύ έχεις συσκεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συσκεφθεί
εμείς έχουμε συσκεφθεί
εσείς έχετε συσκεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συσκεφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συσκεφθεί
εσύ είχες συσκεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συσκεφθεί
εμείς είχαμε συσκεφθεί
εσείς είχατε συσκεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συσκεφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συσκεφθεί
εσύ θα έχεις συσκεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συσκεφθεί
εμείς θα έχουμε συσκεφθεί
εσείς θα έχετε συσκεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συσκεφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συσκέπτεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) συσκεφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
συσκεφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.