to flock
Πλήρης κλίση του ρήματος συρρέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συρρέω
εσύ συρρέεις
αυτός/αυτή/αυτό συρρέει
εμείς συρρέουμε
εσείς συρρέετε
αυτοί/αυτές/αυτά συρρέουν / συρρέουνε
Παρατατικός
εγώ συνέρρεα
εσύ συνέρρεες
αυτός/αυτή/αυτό συνέρρεε
εμείς συρρέαμε
εσείς συρρέατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρρεαν / συρρέαν / συρρέανε
Αόριστος
εγώ συνέρρευσα
εσύ συνέρρευσες
αυτός/αυτή/αυτό συνέρρευσε
εμείς συρρεύσαμε
εσείς συρρεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρρευσαν / συρρεύσαν / συρρεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συρρέω
εσύ θα συρρέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συρρέει
εμείς θα συρρέουμε
εσείς θα συρρέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρρέουν / θα συρρέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρρεύσω
εσύ θα συρρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συρρεύσει
εμείς θα συρρεύσουμε
εσείς θα συρρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρρεύσουν / θα συρρεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συρρεύσω
εσύ να συρρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συρρεύσει
εμείς να συρρεύσουμε
εσείς να συρρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συρρεύσουν / συρρεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συρρεύσει
εσύ έχεις συρρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συρρεύσει
εμείς έχουμε συρρεύσει
εσείς έχετε συρρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συρρεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συρρεύσει
εσύ είχες συρρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συρρεύσει
εμείς είχαμε συρρεύσει
εσείς είχατε συρρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συρρεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συρρεύσει
εσύ θα έχεις συρρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συρρεύσει
εμείς θα έχουμε συρρεύσει
εσείς θα έχετε συρρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συρρεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σύρρεε
(εσείς) συρρέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σύρρευσε
(εσείς) συρρεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συρρέοντας / έχοντας συρρεύσει
Απαρέμφατο
συρρεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.