to bind, staple pieces of paper
Πλήρης κλίση του ρήματος συρράπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συρράπτω
εσύ συρράπτεις
αυτός/αυτή/αυτό συρράπτει
εμείς συρράπτουμε
εσείς συρράπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά συρράπτουν / συρράπτουνε
Παρατατικός
εγώ συνέρραπτα
εσύ συνέρραπτες
αυτός/αυτή/αυτό συνέρραπτε
εμείς συρράπταμε
εσείς συρράπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρραπταν / συρράπταν / συρράπτανε
Αόριστος
εγώ συνέρραψα
εσύ συνέρραψες
αυτός/αυτή/αυτό συνέρραψε
εμείς συρράψαμε
εσείς συρράψατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρραψαν / συρράψαν / συρράψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συρράπτω
εσύ θα συρράπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συρράπτει
εμείς θα συρράπτουμε
εσείς θα συρράπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρράπτουν / θα συρράπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρράψω
εσύ θα συρράψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συρράψει
εμείς θα συρράψουμε
εσείς θα συρράψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρράψουν / θα συρράψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συρράψω
εσύ να συρράψεις
αυτός/αυτή/αυτό να συρράψει
εμείς να συρράψουμε
εσείς να συρράψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συρράψουν / συρράψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συρράψει
εσύ έχεις συρράψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συρράψει
εμείς έχουμε συρράψει
εσείς έχετε συρράψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συρράψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συρράψει
εσύ είχες συρράψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συρράψει
εμείς είχαμε συρράψει
εσείς είχατε συρράψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συρράψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συρράψει
εσύ θα έχεις συρράψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συρράψει
εμείς θα έχουμε συρράψει
εσείς θα έχετε συρράψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συρράψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σύρραπτε
(εσείς) συρράπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σύρραψε
(εσείς) συρράψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συρράπτομαι
εσύ συρράπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συρράπτεται
εμείς συρραπτόμαστε
εσείς συρράπτεστε / συρράπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά συρράπτονται
Παρατατικός
εγώ συρραπτόμουν / συρραπτόμουνα
εσύ συρραπτόσουν / συρραπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συρραπτόταν / συρραπτότανε
εμείς συρραπτόμασταν / συρραπτόμαστε
εσείς συρραπτόσασταν / συρραπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συρράπτονταν / συρραπτόντουσαν
Αόριστος
εγώ συρράφηκα / συρράφθηκα
εσύ συρράφηκες / συρράφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συρράφηκε / συρράφθηκε
εμείς συρραφήκαμε / συρραφθήκαμε
εσείς συρραφήκατε / συρραφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συρράφηκαν / συρράφθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συρράπτομαι
εσύ θα συρράπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συρράπτεται
εμείς θα συρραπτόμαστε
εσείς θα συρράπτεστε / θα συρράπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρράπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρραφώ / θα συρραφθώ
εσύ θα συρραφείς / θα συρραφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συρραφεί / θα συρραφθεί
εμείς θα συρραφούμε / θα συρραφθούμε
εσείς θα συρραφείτε / θα συρραφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συρραφούν / θα συρραφθούν / θα συρραφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συρραφώ / συρραφθώ
εσύ να συρραφείς / συρραφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συρραφεί / συρραφθεί
εμείς να συρραφούμε / συρραφθούμε
εσείς να συρραφείτε / συρραφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συρραφούν / συρραφθούν / συρραφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συρραφεί / συρραφθεί
εσύ έχεις συρραφεί / συρραφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συρραφεί / συρραφθεί
εμείς έχουμε συρραφεί / συρραφθεί
εσείς έχετε συρραφεί / συρραφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συρραφεί / συρραφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συρραφεί / συρραφθεί
εσύ είχες συρραφεί / συρραφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συρραφεί / συρραφθεί
εμείς είχαμε συρραφεί / συρραφθεί
εσείς είχατε συρραφεί / συρραφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συρραφεί / συρραφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συρραφεί / συρραφθεί
εσύ θα έχεις συρραφεί / συρραφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συρραφεί / συρραφθεί
εμείς θα έχουμε συρραφεί / συρραφθεί
εσείς θα έχετε συρραφεί / συρραφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συρραφεί / συρραφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συρράπτεστε / συρράπτεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συρράψου
(εσείς) συρραφείτε / συρραφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συρράπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συρράψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συρραπτόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συρραμμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
συρράψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συρραφεί / συρραφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.