to conspire, to collude
Πλήρης κλίση του ρήματος συνωμοτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνωμοτώ
εσύ συνωμοτείς
αυτός/αυτή/αυτό συνωμοτεί
εμείς συνωμοτούμε
εσείς συνωμοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συνωμοτούν / συνωμοτούνε
Παρατατικός
εγώ συνωμοτούσα
εσύ συνωμοτούσες
αυτός/αυτή/αυτό συνωμοτούσε
εμείς συνωμοτούσαμε
εσείς συνωμοτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνωμοτούσαν / συνωμοτούσανε
Αόριστος
εγώ συνωμότησα
εσύ συνωμότησες
αυτός/αυτή/αυτό συνωμότησε
εμείς συνωμοτήσαμε
εσείς συνωμοτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνωμότησαν / συνωμοτήσαν / συνωμοτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνωμοτώ
εσύ θα συνωμοτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνωμοτεί
εμείς θα συνωμοτούμε
εσείς θα συνωμοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνωμοτούν / θα συνωμοτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνωμοτήσω
εσύ θα συνωμοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνωμοτήσει
εμείς θα συνωμοτήσουμε
εσείς θα συνωμοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνωμοτήσουν / θα συνωμοτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνωμοτήσω
εσύ να συνωμοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συνωμοτήσει
εμείς να συνωμοτήσουμε
εσείς να συνωμοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνωμοτήσουν / συνωμοτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνωμοτήσει
εσύ έχεις συνωμοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνωμοτήσει
εμείς έχουμε συνωμοτήσει
εσείς έχετε συνωμοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνωμοτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνωμοτήσει
εσύ είχες συνωμοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνωμοτήσει
εμείς είχαμε συνωμοτήσει
εσείς είχατε συνωμοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνωμοτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνωμοτήσει
εσύ θα έχεις συνωμοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνωμοτήσει
εμείς θα έχουμε συνωμοτήσει
εσείς θα έχετε συνωμοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνωμοτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συνωμοτείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνωμότησε
(εσείς) συνωμοτήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συνωμοτώντας / έχοντας συνωμοτήσει
Απαρέμφατο
συνωμοτήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.