to shorten, abbreviate, abridge, cut short, reduce (in extent or duration)
Πλήρης κλίση του ρήματος συντομεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συντομεύω
εσύ συντομεύεις
αυτός/αυτή/αυτό συντομεύει
εμείς συντομεύουμε
εσείς συντομεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά συντομεύουν / συντομεύουνε
Παρατατικός
εγώ συντόμευα
εσύ συντόμευες
αυτός/αυτή/αυτό συντόμευε
εμείς συντομεύαμε
εσείς συντομεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντόμευαν / συντομεύαν / συντομεύανε
Αόριστος
εγώ συντόμεψα / συντόμευσα
εσύ συντόμεψες / συντόμευσες
αυτός/αυτή/αυτό συντόμεψε / συντόμευσε
εμείς συντομέψαμε / συντομεύσαμε
εσείς συντομέψατε / συντομεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντόμεψαν / συντομέψαν / συντομέψανε / συντόμευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συντομεύω
εσύ θα συντομεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συντομεύει
εμείς θα συντομεύουμε
εσείς θα συντομεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντομεύουν / θα συντομεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντομέψω / θα συντομεύσω
εσύ θα συντομέψεις / θα συντομεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συντομέψει / θα συντομεύσει
εμείς θα συντομέψουμε / θα συντομεύσουμε
εσείς θα συντομέψετε / θα συντομεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντομέψουν / θα συντομέψουνε / θα συντομεύσουν / θα συντομεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συντομέψω / συντομεύσω
εσύ να συντομέψεις / συντομεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συντομέψει / συντομεύσει
εμείς να συντομέψουμε / συντομεύσουμε
εσείς να συντομέψετε / συντομεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συντομέψουν / συντομέψουνε / συντομεύσουν / συντομεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συντομέψει / συντομεύσει
εσύ έχεις συντομέψει / συντομεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συντομέψει / συντομεύσει
εμείς έχουμε συντομέψει / συντομεύσει
εσείς έχετε συντομέψει / συντομεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συντομέψει / συντομεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συντομέψει / συντομεύσει
εσύ είχες συντομέψει / συντομεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συντομέψει / συντομεύσει
εμείς είχαμε συντομέψει / συντομεύσει
εσείς είχατε συντομέψει / συντομεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συντομέψει / συντομεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συντομέψει / συντομεύσει
εσύ θα έχεις συντομέψει / συντομεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συντομέψει / συντομεύσει
εμείς θα έχουμε συντομέψει / συντομεύσει
εσείς θα έχετε συντομέψει / συντομεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συντομέψει / συντομεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συντόμευε
(εσείς) συντομεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συντόμεψε / συντόμευ' / συντόμευσε
(εσείς) συντομέψτε / συντομεύτε / συντομεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συντομεύομαι
εσύ συντομεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συντομεύεται
εμείς συντομευόμαστε
εσείς συντομεύεστε / συντομευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συντομεύονται
Παρατατικός
εγώ συντομευόμουν / συντομευόμουνα
εσύ συντομευόσουν / συντομευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συντομευόταν / συντομευότανε
εμείς συντομευόμασταν / συντομευόμαστε
εσείς συντομευόσασταν / συντομευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συντομεύονταν / συντομευόντουσαν
Αόριστος
εγώ συντομεύτηκα / συντομεύθηκα
εσύ συντομεύτηκες / συντομεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συντομεύτηκε / συντομεύθηκε
εμείς συντομευτήκαμε / συντομευθήκαμε
εσείς συντομευτήκατε / συντομευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντομεύτηκαν / συντομευτήκαν / συντομευτήκανε / συντομεύθηκαν / συντομευθήκαν / συντομευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συντομεύομαι
εσύ θα συντομεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συντομεύεται
εμείς θα συντομευόμαστε
εσείς θα συντομεύεστε / θα συντομευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντομεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντομευτώ / θα συντομευθώ
εσύ θα συντομευτείς / θα συντομευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συντομευτεί / θα συντομευθεί
εμείς θα συντομευτούμε / θα συντομευθούμε
εσείς θα συντομευτείτε / θα συντομευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντομευτούν / θα συντομευτούνε / θα συντομευθούν / θα συντομευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συντομευτώ / συντομευθώ
εσύ να συντομευτείς / συντομευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συντομευτεί / συντομευθεί
εμείς να συντομευτούμε / συντομευθούμε
εσείς να συντομευτείτε / συντομευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συντομευτούν / συντομευτούνε / συντομευθούν / συντομευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συντομευτεί / συντομευθεί
εσύ έχεις συντομευτεί / συντομευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συντομευτεί / συντομευθεί
εμείς έχουμε συντομευτεί / συντομευθεί
εσείς έχετε συντομευτεί / συντομευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συντομευτεί / συντομευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συντομευτεί / συντομευθεί
εσύ είχες συντομευτεί / συντομευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συντομευτεί / συντομευθεί
εμείς είχαμε συντομευτεί / συντομευθεί
εσείς είχατε συντομευτεί / συντομευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συντομευτεί / συντομευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συντομευτεί / συντομευθεί
εσύ θα έχεις συντομευτεί / συντομευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συντομευτεί / συντομευθεί
εμείς θα έχουμε συντομευτεί / συντομευθεί
εσείς θα έχετε συντομευτεί / συντομευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συντομευτεί / συντομευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συντομεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συντομέψου / συντομεύσου
(εσείς) συντομευτείτε / συντομευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συντομεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συντομέψει / συντομεύσει
Μετοχή παρακειμένου
συντομευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συντομέψει / συντομεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συντομευτεί / συντομευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.