Κλίση του ρήματος συντηρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συντηρώ
to conserve, maintain, preserve, support
Πλήρης κλίση του ρήματος συντηρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συντηρώ
εσύ συντηρείς
αυτός/αυτή/αυτό συντηρεί
εμείς συντηρούμε
εσείς συντηρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συντηρούν / συντηρούνε

Παρατατικός

εγώ συντηρούσα
εσύ συντηρούσες
αυτός/αυτή/αυτό συντηρούσε
εμείς συντηρούσαμε
εσείς συντηρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντηρούσαν / συντηρούσανε

Αόριστος

εγώ συντήρησα
εσύ συντήρησες
αυτός/αυτή/αυτό συντήρησε
εμείς συντηρήσαμε
εσείς συντηρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντήρησαν / συντηρήσαν / συντηρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συντηρώ
εσύ θα συντηρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συντηρεί
εμείς θα συντηρούμε
εσείς θα συντηρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντηρούν / θα συντηρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συντηρήσω
εσύ θα συντηρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συντηρήσει
εμείς θα συντηρήσουμε
εσείς θα συντηρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντηρήσουν / θα συντηρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συντηρήσω
εσύ να συντηρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συντηρήσει
εμείς να συντηρήσουμε
εσείς να συντηρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συντηρήσουν / συντηρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συντηρήσει
εσύ έχεις συντηρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συντηρήσει
εμείς έχουμε συντηρήσει
εσείς έχετε συντηρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συντηρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συντηρήσει
εσύ είχες συντηρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συντηρήσει
εμείς είχαμε συντηρήσει
εσείς είχατε συντηρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συντηρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συντηρήσει
εσύ θα έχεις συντηρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συντηρήσει
εμείς θα έχουμε συντηρήσει
εσείς θα έχετε συντηρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συντηρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συντηρείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συντήρησε
(εσείς) συντηρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συντηρούμαι
εσύ συντηρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό συντηρείται
εμείς συντηρούμαστε
εσείς συντηρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά συντηρούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό συντηρούνταν / συντηρείτο
εμείς συντηρούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συντηρούνταν / συντηρούντο

Αόριστος

εγώ συντηρήθηκα
εσύ συντηρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συντηρήθηκε
εμείς συντηρηθήκαμε
εσείς συντηρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντηρήθηκαν / συντηρηθήκαν / συντηρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συντηρούμαι
εσύ θα συντηρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συντηρείται
εμείς θα συντηρούμαστε
εσείς θα συντηρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντηρούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συντηρηθώ
εσύ θα συντηρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συντηρηθεί
εμείς θα συντηρηθούμε
εσείς θα συντηρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντηρηθούν / θα συντηρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συντηρηθώ
εσύ να συντηρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συντηρηθεί
εμείς να συντηρηθούμε
εσείς να συντηρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συντηρηθούν / συντηρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συντηρηθεί
εσύ έχεις συντηρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συντηρηθεί
εμείς έχουμε συντηρηθεί
εσείς έχετε συντηρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συντηρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συντηρηθεί
εσύ είχες συντηρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συντηρηθεί
εμείς είχαμε συντηρηθεί
εσείς είχατε συντηρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συντηρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συντηρηθεί
εσύ θα έχεις συντηρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συντηρηθεί
εμείς θα έχουμε συντηρηθεί
εσείς θα έχετε συντηρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συντηρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συντηρείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συντηρήσου
(εσείς) συντηρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

συντηρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας συντηρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

συντηρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

συντηρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

συντηρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

συντηρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.