to draft (a document)
Πλήρης κλίση του ρήματος συντάσσω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συντάσσω
εσύ συντάσσεις
αυτός/αυτή/αυτό συντάσσει
εμείς συντάσσουμε
εσείς συντάσσετε
αυτοί/αυτές/αυτά συντάσσουν / συντάσσουνε
Παρατατικός
εγώ συνέτασσα
εσύ συνέτασσες
αυτός/αυτή/αυτό συνέτασσε
εμείς συντάσσαμε
εσείς συντάσσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέτασσαν / συντάσσαν / συντάσσανε
Αόριστος
εγώ συνέταξα / σύνταξα
εσύ συνέταξες / σύνταξες
αυτός/αυτή/αυτό συνέταξε / σύνταξε
εμείς συντάξαμε
εσείς συντάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέταξαν / συντάξαν / συντάξανε / σύνταξαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συντάσσω
εσύ θα συντάσσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συντάσσει
εμείς θα συντάσσουμε
εσείς θα συντάσσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντάσσουν / θα συντάσσουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντάξω
εσύ θα συντάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συντάξει
εμείς θα συντάξουμε
εσείς θα συντάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντάξουν / θα συντάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συντάξω
εσύ να συντάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να συντάξει
εμείς να συντάξουμε
εσείς να συντάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συντάξουν / συντάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συντάξει
εσύ έχεις συντάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συντάξει
εμείς έχουμε συντάξει
εσείς έχετε συντάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συντάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συντάξει
εσύ είχες συντάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συντάξει
εμείς είχαμε συντάξει
εσείς είχατε συντάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συντάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συντάξει
εσύ θα έχεις συντάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συντάξει
εμείς θα έχουμε συντάξει
εσείς θα έχετε συντάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συντάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συνέτασσε
(εσείς) συντάσσετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνέταξε / σύνταξε
(εσείς) συντάξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συντάσσομαι
εσύ συντάσσεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συντάσσεται
εμείς συντασσόμαστε
εσείς συντάσσεστε / συντασσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συντάσσονται
Παρατατικός
εγώ συντασσόμουν / συντασσόμουνα
εσύ συντασσόσουν / συντασσόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συντασσόταν / συντασσότανε
εμείς συντασσόμασταν / συντασσόμαστε
εσείς συντασσόσασταν / συντασσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συντάσσονταν / συντασσόντουσαν
Αόριστος
εγώ συντάχθηκα / συντάχτηκα
εσύ συντάχθηκες / συντάχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό συντάχθηκε / συντάχτηκε
εμείς συνταχθήκαμε / συνταχτήκαμε
εσείς συνταχθήκατε / συνταχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συντάχθηκαν / συνταχθήκαν / συνταχθήκανε / συντάχτηκαν / συνταχτήκαν / συνταχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συντάσσομαι
εσύ θα συντάσσεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συντάσσεται
εμείς θα συντασσόμαστε
εσείς θα συντάσσεστε / θα συντασσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συντάσσονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνταχθώ / θα συνταχτώ
εσύ θα συνταχθείς / θα συνταχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνταχθεί / θα συνταχτεί
εμείς θα συνταχθούμε / θα συνταχτούμε
εσείς θα συνταχθείτε / θα συνταχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνταχθούν / θα συνταχθούνε / θα συνταχτούν / θα συνταχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνταχθώ / συνταχτώ
εσύ να συνταχθείς / συνταχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να συνταχθεί / συνταχτεί
εμείς να συνταχθούμε / συνταχτούμε
εσείς να συνταχθείτε / συνταχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνταχθούν / συνταχθούνε / συνταχτούν / συνταχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνταχθεί / συνταχτεί
εσύ έχεις συνταχθεί / συνταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνταχθεί / συνταχτεί
εμείς έχουμε συνταχθεί / συνταχτεί
εσείς έχετε συνταχθεί / συνταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνταχθεί / συνταχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνταχθεί / συνταχτεί
εσύ είχες συνταχθεί / συνταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνταχθεί / συνταχτεί
εμείς είχαμε συνταχθεί / συνταχτεί
εσείς είχατε συνταχθεί / συνταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνταχθεί / συνταχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνταχθεί / συνταχτεί
εσύ θα έχεις συνταχθεί / συνταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνταχθεί / συνταχτεί
εμείς θα έχουμε συνταχθεί / συνταχτεί
εσείς θα έχετε συνταχθεί / συνταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνταχθεί / συνταχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συντάσσεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συντάξου
(εσείς) συνταχθείτε / συνταχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συντάσσοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συντάξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συντασσόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συνταγμένος, -η, -ο / συντεταγμένος
Απαρέμφατο
συντάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συνταχθεί / συνταχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.