to border [with με (me, + accusative) ‘on’] (to touch at a border)
Πλήρης κλίση του ρήματος συνορεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνορεύω
εσύ συνορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό συνορεύει
εμείς συνορεύουμε
εσείς συνορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά συνορεύουν / συνορεύουνε
Παρατατικός
εγώ συνόρευα
εσύ συνόρευες
αυτός/αυτή/αυτό συνόρευε
εμείς συνορεύαμε
εσείς συνορεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνόρευαν / συνορεύαν / συνορεύανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνορεύω
εσύ θα συνορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνορεύει
εμείς θα συνορεύουμε
εσείς θα συνορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνορεύουν / θα συνορεύουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συνόρευε
(εσείς) συνορεύετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συνορεύοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.