to converse, to have a discussion
Πλήρης κλίση του ρήματος συνομιλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνομιλώ
εσύ συνομιλείς
αυτός/αυτή/αυτό συνομιλεί
εμείς συνομιλούμε
εσείς συνομιλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συνομιλούν / συνομιλούνε
Παρατατικός
εγώ συνομιλούσα
εσύ συνομιλούσες
αυτός/αυτή/αυτό συνομιλούσε
εμείς συνομιλούσαμε
εσείς συνομιλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνομιλούσαν / συνομιλούσανε
Αόριστος
εγώ συνομίλησα
εσύ συνομίλησες
αυτός/αυτή/αυτό συνομίλησε
εμείς συνομιλήσαμε
εσείς συνομιλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνομίλησαν / συνομιλήσαν / συνομιλήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνομιλώ
εσύ θα συνομιλείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνομιλεί
εμείς θα συνομιλούμε
εσείς θα συνομιλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνομιλούν / θα συνομιλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνομιλήσω
εσύ θα συνομιλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνομιλήσει
εμείς θα συνομιλήσουμε
εσείς θα συνομιλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνομιλήσουν / θα συνομιλήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνομιλήσω
εσύ να συνομιλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συνομιλήσει
εμείς να συνομιλήσουμε
εσείς να συνομιλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνομιλήσουν / συνομιλήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνομιλήσει
εσύ έχεις συνομιλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνομιλήσει
εμείς έχουμε συνομιλήσει
εσείς έχετε συνομιλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνομιλήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνομιλήσει
εσύ είχες συνομιλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνομιλήσει
εμείς είχαμε συνομιλήσει
εσείς είχατε συνομιλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνομιλήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνομιλήσει
εσύ θα έχεις συνομιλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνομιλήσει
εμείς θα έχουμε συνομιλήσει
εσείς θα έχετε συνομιλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνομιλήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συνομιλείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνομίλησε
(εσείς) συνομιλήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συνομιλώντας / έχοντας συνομιλήσει
Απαρέμφατο
συνομιλήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.