to compress, crush
Πλήρης κλίση του ρήματος συνθλίβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνθλίβω
εσύ συνθλίβεις
αυτός/αυτή/αυτό συνθλίβει
εμείς συνθλίβουμε
εσείς συνθλίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά συνθλίβουν / συνθλίβουνε
Παρατατικός
εγώ συνέθλιβα
εσύ συνέθλιβες
αυτός/αυτή/αυτό συνέθλιβε
εμείς συνθλίβαμε
εσείς συνθλίβατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέθλιβαν / συνθλίβαν / συνθλίβανε
Αόριστος
εγώ συνέθλιψα / σύνθλιψα
εσύ συνέθλιψες / σύνθλιψες
αυτός/αυτή/αυτό συνέθλιψε / σύνθλιψε
εμείς συνθλίψαμε
εσείς συνθλίψατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέθλιψαν / συνθλίψαν / συνθλίψανε / σύνθλιψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνθλίβω
εσύ θα συνθλίβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνθλίβει
εμείς θα συνθλίβουμε
εσείς θα συνθλίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνθλίβουν / θα συνθλίβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνθλίψω
εσύ θα συνθλίψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνθλίψει
εμείς θα συνθλίψουμε
εσείς θα συνθλίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνθλίψουν / θα συνθλίψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνθλίψω
εσύ να συνθλίψεις
αυτός/αυτή/αυτό να συνθλίψει
εμείς να συνθλίψουμε
εσείς να συνθλίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνθλίψουν / συνθλίψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνθλίψει
εσύ έχεις συνθλίψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνθλίψει
εμείς έχουμε συνθλίψει
εσείς έχετε συνθλίψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνθλίψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνθλίψει
εσύ είχες συνθλίψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνθλίψει
εμείς είχαμε συνθλίψει
εσείς είχατε συνθλίψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνθλίψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνθλίψει
εσύ θα έχεις συνθλίψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνθλίψει
εμείς θα έχουμε συνθλίψει
εσείς θα έχετε συνθλίψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνθλίψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σύνθλιβε
(εσείς) συνθλίβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σύνθλιψε
(εσείς) συνθλίψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνθλίβομαι
εσύ συνθλίβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συνθλίβεται
εμείς συνθλιβόμαστε
εσείς συνθλίβεστε / συνθλίβεσθε / συνθλιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνθλίβονται
Παρατατικός
εγώ συνθλιβόμουν / συνθλιβόμουνα
εσύ συνθλιβόσουν / συνθλιβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συνθλιβόταν / συνθλιβότανε
εμείς συνθλιβόμασταν / συνθλιβόμαστε
εσείς συνθλιβόσασταν / συνθλιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνθλίβονταν / συνθλιβόντουσαν
Αόριστος
εγώ συνθλίφτηκα
εσύ συνθλίφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό συνθλίφτηκε / συνεθλίβη
εμείς συνθλιφτήκαμε
εσείς συνθλιφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνθλίφτηκαν / συνθλιφτήκαν / συνθλιφτήκανε / συνεθλίβησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνθλίβομαι
εσύ θα συνθλίβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συνθλίβεται
εμείς θα συνθλιβόμαστε
εσείς θα συνθλίβεστε / θα συνθλίβεσθε / θα συνθλιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνθλίβονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνθλιφτώ / θα συνθλιβώ
εσύ θα συνθλιφτείς / θα συνθλιβείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνθλιφτεί / θα συνθλιβεί
εμείς θα συνθλιφτούμε / θα συνθλιβούμε
εσείς θα συνθλιφτείτε / θα συνθλιβείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνθλιφτούν / θα συνθλιφτούνε / θα συνθλιβούν
Υποτακτική (να)
εγώ να συνθλιφτώ / συνθλιβώ
εσύ να συνθλιφτείς / συνθλιβείς
αυτός/αυτή/αυτό να συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εμείς να συνθλιφτούμε / συνθλιβούμε
εσείς να συνθλιφτείτε / συνθλιβείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνθλιφτούν / συνθλιφτούνε / συνθλιβούν
Παρακείμενος
εγώ έχω συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εσύ έχεις συνθλιφτεί / συνθλιβεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εμείς έχουμε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εσείς έχετε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνθλιφτεί / συνθλιβεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εσύ είχες συνθλιφτεί / συνθλιβεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εμείς είχαμε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εσείς είχατε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνθλιφτεί / συνθλιβεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εσύ θα έχεις συνθλιφτεί / συνθλιβεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εμείς θα έχουμε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
εσείς θα έχετε συνθλιφτεί / συνθλιβεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνθλιφτεί / συνθλιβεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συνθλίβεστε / συνθλίβεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνθλίψου
(εσείς) συνθλιφτείτε / συνθλιβείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συνθλίβοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συνθλίψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συνθλιβόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συνθλιμμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
συνθλίψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συνθλιφτεί / συνθλιβεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.