to collaborate, to cooperate, to synergise (UK), synergize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος συνεργάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνεργάζομαι
εσύ συνεργάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συνεργάζεται
εμείς συνεργαζόμαστε
εσείς συνεργάζεστε / συνεργαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνεργάζονται
Παρατατικός
εγώ συνεργαζόμουν / συνεργαζόμουνα
εσύ συνεργαζόσουν / συνεργαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συνεργαζόταν / συνεργαζότανε
εμείς συνεργαζόμασταν / συνεργαζόμαστε
εσείς συνεργαζόσασταν / συνεργαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνεργάζονταν / συνεργαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ συνεργάστηκα
εσύ συνεργάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό συνεργάστηκε
εμείς συνεργαστήκαμε
εσείς συνεργαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνεργάστηκαν / συνεργαστήκαν / συνεργαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνεργάζομαι
εσύ θα συνεργάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συνεργάζεται
εμείς θα συνεργαζόμαστε
εσείς θα συνεργάζεστε / θα συνεργαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνεργάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνεργαστώ
εσύ θα συνεργαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνεργαστεί
εμείς θα συνεργαστούμε
εσείς θα συνεργαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνεργαστούν / θα συνεργαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνεργαστώ
εσύ να συνεργαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να συνεργαστεί
εμείς να συνεργαστούμε
εσείς να συνεργαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνεργαστούν / συνεργαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνεργαστεί
εσύ έχεις συνεργαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνεργαστεί
εμείς έχουμε συνεργαστεί
εσείς έχετε συνεργαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνεργαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνεργαστεί
εσύ είχες συνεργαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνεργαστεί
εμείς είχαμε συνεργαστεί
εσείς είχατε συνεργαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνεργαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνεργαστεί
εσύ θα έχεις συνεργαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνεργαστεί
εμείς θα έχουμε συνεργαστεί
εσείς θα έχετε συνεργαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνεργαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συνεργάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνεργάσου
(εσείς) συνεργαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συνεργαζόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
συνεργαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.