Κλίση του ρήματος συνερίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συνερίζομαι
to be insulted, irritated, concerned, to take to heart
Πλήρης κλίση του ρήματος συνερίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συνερίζομαι
εσύ συνερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συνερίζεται
εμείς συνεριζόμαστε
εσείς συνερίζεστε / συνεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνερίζονται

Παρατατικός

εγώ συνεριζόμουν / συνεριζόμουνα
εσύ συνεριζόσουν / συνεριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συνεριζόταν / συνεριζότανε
εμείς συνεριζόμασταν / συνεριζόμαστε
εσείς συνεριζόσασταν / συνεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνερίζονταν / συνεριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ συνερίστηκα
εσύ συνερίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό συνερίστηκε
εμείς συνεριστήκαμε
εσείς συνεριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνερίστηκαν / συνεριστήκαν / συνεριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συνερίζομαι
εσύ θα συνερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συνερίζεται
εμείς θα συνεριζόμαστε
εσείς θα συνερίζεστε / θα συνεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνερίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συνεριστώ
εσύ θα συνεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνεριστεί
εμείς θα συνεριστούμε
εσείς θα συνεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνεριστούν / θα συνεριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συνεριστώ
εσύ να συνεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να συνεριστεί
εμείς να συνεριστούμε
εσείς να συνεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνεριστούν / συνεριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συνεριστεί
εσύ έχεις συνεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνεριστεί
εμείς έχουμε συνεριστεί
εσείς έχετε συνεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνεριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συνεριστεί
εσύ είχες συνεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνεριστεί
εμείς είχαμε συνεριστεί
εσείς είχατε συνεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνεριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συνεριστεί
εσύ θα έχεις συνεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνεριστεί
εμείς θα έχουμε συνεριστεί
εσείς θα έχετε συνεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνεριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συνερίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συνερίσου
(εσείς) συνεριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

συνεριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.