Κλίση του ρήματος συνεννοούμαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συνεννοούμαι
to communicate (with), get on with (exchange information pleasantly/courteously)
Πλήρης κλίση του ρήματος συνεννοούμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συνεννοούμαι
εσύ συνεννοείσαι
αυτός/αυτή/αυτό συνεννοείται
εμείς συνεννοούμαστε / συνεννοούμεθα
εσείς συνεννοείστε / συνεννοείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά συνεννοούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό συνεννοούνταν / συνεννοείτο
εμείς συνεννοούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνεννοούνταν / συνεννοούντο

Αόριστος

εγώ συνεννοήθηκα
εσύ συνεννοήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συνεννοήθηκε
εμείς συνεννοηθήκαμε
εσείς συνεννοηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνεννοήθηκαν / συνεννοηθήκαν / συνεννοηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συνεννοούμαι
εσύ θα συνεννοείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συνεννοείται
εμείς θα συνεννοούμαστε / θα συνεννοούμεθα
εσείς θα συνεννοείστε / θα συνεννοείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνεννοούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συνεννοηθώ
εσύ θα συνεννοηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνεννοηθεί
εμείς θα συνεννοηθούμε
εσείς θα συνεννοηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνεννοηθούν / θα συνεννοηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συνεννοηθώ
εσύ να συνεννοηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συνεννοηθεί
εμείς να συνεννοηθούμε
εσείς να συνεννοηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνεννοηθούν / συνεννοηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συνεννοηθεί
εσύ έχεις συνεννοηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνεννοηθεί
εμείς έχουμε συνεννοηθεί
εσείς έχετε συνεννοηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνεννοηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συνεννοηθεί
εσύ είχες συνεννοηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνεννοηθεί
εμείς είχαμε συνεννοηθεί
εσείς είχατε συνεννοηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνεννοηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συνεννοηθεί
εσύ θα έχεις συνεννοηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνεννοηθεί
εμείς θα έχουμε συνεννοηθεί
εσείς θα έχετε συνεννοηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνεννοηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συνεννοείστε / συνεννοείσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συνεννοήσου
(εσείς) συνεννοηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

συνεννοούμενος, -η, -ο / συνεννοημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

συνεννοηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.