Κλίση του ρήματος συνειδητοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συνειδητοποιώ
to realise, be aware of
Πλήρης κλίση του ρήματος συνειδητοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συνειδητοποιώ
εσύ συνειδητοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό συνειδητοποιεί
εμείς συνειδητοποιούμε
εσείς συνειδητοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συνειδητοποιούν / συνειδητοποιούνε

Παρατατικός

εγώ συνειδητοποιούσα
εσύ συνειδητοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό συνειδητοποιούσε
εμείς συνειδητοποιούσαμε
εσείς συνειδητοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνειδητοποιούσαν / συνειδητοποιούσανε

Αόριστος

εγώ συνειδητοποίησα
εσύ συνειδητοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό συνειδητοποίησε
εμείς συνειδητοποιήσαμε
εσείς συνειδητοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνειδητοποίησαν / συνειδητοποιήσαν / συνειδητοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συνειδητοποιώ
εσύ θα συνειδητοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συνειδητοποιεί
εμείς θα συνειδητοποιούμε
εσείς θα συνειδητοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνειδητοποιούν / θα συνειδητοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συνειδητοποιήσω
εσύ θα συνειδητοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνειδητοποιήσει
εμείς θα συνειδητοποιήσουμε
εσείς θα συνειδητοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνειδητοποιήσουν / θα συνειδητοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συνειδητοποιήσω
εσύ να συνειδητοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συνειδητοποιήσει
εμείς να συνειδητοποιήσουμε
εσείς να συνειδητοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνειδητοποιήσουν / συνειδητοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συνειδητοποιήσει
εσύ έχεις συνειδητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνειδητοποιήσει
εμείς έχουμε συνειδητοποιήσει
εσείς έχετε συνειδητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνειδητοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συνειδητοποιήσει
εσύ είχες συνειδητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνειδητοποιήσει
εμείς είχαμε συνειδητοποιήσει
εσείς είχατε συνειδητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνειδητοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συνειδητοποιήσει
εσύ θα έχεις συνειδητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνειδητοποιήσει
εμείς θα έχουμε συνειδητοποιήσει
εσείς θα έχετε συνειδητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνειδητοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συνειδητοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συνειδητοποίησε
(εσείς) συνειδητοποιήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

συνειδητοποιώντας / έχοντας συνειδητοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

συνειδητοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

συνειδητοποιήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.