to enrapture, fascinate
Πλήρης κλίση του ρήματος συναρπάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συναρπάζω
εσύ συναρπάζεις
αυτός/αυτή/αυτό συναρπάζει
εμείς συναρπάζουμε
εσείς συναρπάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά συναρπάζουν / συναρπάζουνε
Παρατατικός
εγώ συνάρπαζα
εσύ συνάρπαζες
αυτός/αυτή/αυτό συνάρπαζε
εμείς συναρπάζαμε
εσείς συναρπάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνάρπαζαν / συναρπάζαν / συναρπάζανε
Αόριστος
εγώ συνάρπασα
εσύ συνάρπασες
αυτός/αυτή/αυτό συνάρπασε
εμείς συναρπάσαμε
εσείς συναρπάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνάρπασαν / συναρπάσαν / συναρπάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συναρπάζω
εσύ θα συναρπάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συναρπάζει
εμείς θα συναρπάζουμε
εσείς θα συναρπάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συναρπάζουν / θα συναρπάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συναρπάσω
εσύ θα συναρπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συναρπάσει
εμείς θα συναρπάσουμε
εσείς θα συναρπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συναρπάσουν / θα συναρπάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συναρπάσω
εσύ να συναρπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συναρπάσει
εμείς να συναρπάσουμε
εσείς να συναρπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συναρπάσουν / συναρπάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συναρπάσει
εσύ έχεις συναρπάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συναρπάσει
εμείς έχουμε συναρπάσει
εσείς έχετε συναρπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συναρπάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συναρπάσει
εσύ είχες συναρπάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συναρπάσει
εμείς είχαμε συναρπάσει
εσείς είχατε συναρπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συναρπάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συναρπάσει
εσύ θα έχεις συναρπάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συναρπάσει
εμείς θα έχουμε συναρπάσει
εσείς θα έχετε συναρπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συναρπάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συνάρπαζε
(εσείς) συναρπάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνάρπασε
(εσείς) συναρπάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συναρπάζομαι
εσύ συναρπάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συναρπάζεται
εμείς συναρπαζόμαστε
εσείς συναρπάζεστε / συναρπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συναρπάζονται
Παρατατικός
εγώ συναρπαζόμουν / συναρπαζόμουνα
εσύ συναρπαζόσουν / συναρπαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συναρπαζόταν / συναρπαζότανε
εμείς συναρπαζόμασταν / συναρπαζόμαστε
εσείς συναρπαζόσασταν / συναρπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συναρπάζονταν / συναρπαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ συναρπάστηκα
εσύ συναρπάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό συναρπάστηκε
εμείς συναρπαστήκαμε
εσείς συναρπαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συναρπάστηκαν / συναρπαστήκαν / συναρπαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συναρπάζομαι
εσύ θα συναρπάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συναρπάζεται
εμείς θα συναρπαζόμαστε
εσείς θα συναρπάζεστε / θα συναρπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συναρπάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συναρπαστώ
εσύ θα συναρπαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συναρπαστεί
εμείς θα συναρπαστούμε
εσείς θα συναρπαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συναρπαστούν / θα συναρπαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συναρπαστώ
εσύ να συναρπαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να συναρπαστεί
εμείς να συναρπαστούμε
εσείς να συναρπαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συναρπαστούν / συναρπαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συναρπαστεί
εσύ έχεις συναρπαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συναρπαστεί
εμείς έχουμε συναρπαστεί
εσείς έχετε συναρπαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συναρπαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συναρπαστεί
εσύ είχες συναρπαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συναρπαστεί
εμείς είχαμε συναρπαστεί
εσείς είχατε συναρπαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συναρπαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συναρπαστεί
εσύ θα έχεις συναρπαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συναρπαστεί
εμείς θα έχουμε συναρπαστεί
εσείς θα έχετε συναρπαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συναρπαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συναρπάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συναρπάσου
(εσείς) συναρπαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συναρπάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συναρπάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συναρπαζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συναρπασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συναρπάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συναρπαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.