to associate with, spend time with friends
Πλήρης κλίση του ρήματος συναναστρέφομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συναναστρέφομαι
εσύ συναναστρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συναναστρέφεται
εμείς συναναστρεφόμαστε
εσείς συναναστρέφεστε / συναναστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συναναστρέφονται
Παρατατικός
εγώ συναναστρεφόμουν / συναναστρεφόμουνα
εσύ συναναστρεφόσουν / συναναστρεφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συναναστρεφόταν / συναναστρεφότανε
εμείς συναναστρεφόμασταν / συναναστρεφόμαστε
εσείς συναναστρεφόσασταν / συναναστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συναναστρέφονταν / συναναστρεφόντουσαν
Αόριστος
εγώ συναναστράφηκα
εσύ συναναστράφηκες
αυτός/αυτή/αυτό συναναστράφηκε
εμείς συναναστραφήκαμε
εσείς συναναστραφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συναναστράφηκαν / συναναστραφήκαν / συναναστραφήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συναναστρέφομαι
εσύ θα συναναστρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συναναστρέφεται
εμείς θα συναναστρεφόμαστε
εσείς θα συναναστρέφεστε / θα συναναστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συναναστρέφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συναναστραφώ
εσύ θα συναναστραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συναναστραφεί
εμείς θα συναναστραφούμε
εσείς θα συναναστραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συναναστραφούν / θα συναναστραφούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συναναστραφώ
εσύ να συναναστραφείς
αυτός/αυτή/αυτό να συναναστραφεί
εμείς να συναναστραφούμε
εσείς να συναναστραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συναναστραφούν / συναναστραφούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συναναστραφεί
εσύ έχεις συναναστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συναναστραφεί
εμείς έχουμε συναναστραφεί
εσείς έχετε συναναστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συναναστραφεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συναναστραφεί
εσύ είχες συναναστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συναναστραφεί
εμείς είχαμε συναναστραφεί
εσείς είχατε συναναστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συναναστραφεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συναναστραφεί
εσύ θα έχεις συναναστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συναναστραφεί
εμείς θα έχουμε συναναστραφεί
εσείς θα έχετε συναναστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συναναστραφεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συναναστρέφεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συνανστρέψου
(εσείς) συναναστραφείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
συναναστραφεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.