2 διαφορετικά ρήματα « συνέρχομαι »:
συνέρχομαι — to meet, assemble (also see sense 2) · συνέρχομαι — to recover (also see sense 1)
to meet, assemble (also see sense 2)
Πλήρης κλίση του ρήματος συνέρχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνέρχομαι
εσύ συνέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συνέρχεται
εμείς συνερχόμαστε
εσείς συνέρχεστε / συνέρχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρχονται
Παρατατικός
εγώ συνερχόμουν / συνερχόμουνα
εσύ συνερχόσουν / συνερχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συνερχόταν / συνερχότανε
εμείς συνερχόμασταν / -όμαστε
εσείς συνερχόσασταν / -όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρχονταν
Αόριστος
εγώ συνήλθα
εσύ συνήλθες
αυτός/αυτή/αυτό συνήλθε
εμείς συνήλθαμε
εσείς συνήλθατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνήλθαν / συνήλθανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνέρχομαι
εσύ θα συνέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συνέρχεται
εμείς θα συνερχόμαστε
εσείς θα συνέρχεστε / θα συνέρχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνέρχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνέλθω
εσύ θα συνέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνέλθει
εμείς θα συνέλθουμε
εσείς θα συνέλθετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνέλθουν / θα συνέλθουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνέλθω
εσύ να συνέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό να συνέλθει
εμείς να συνέλθουμε
εσείς να συνέλθετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνέλθουν / συνέλθουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνέλθει
εσύ έχεις συνέλθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνέλθει
εμείς έχουμε συνέλθει
εσείς έχετε συνέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνέλθει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνέλθει
εσύ είχες συνέλθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνέλθει
εμείς είχαμε συνέλθει
εσείς είχατε συνέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνέλθει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνέλθει
εσύ θα έχεις συνέλθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνέλθει
εμείς θα έχουμε συνέλθει
εσείς θα έχετε συνέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνέλθει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συνέρχεστε / συνέρχεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σύνελθε
(εσείς) συνέλθετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συνερχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
συνέλθει
to recover (also see sense 1)
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συνέρχομαι
εσύ συνέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συνέρχεται
εμείς συνερχόμαστε
εσείς συνέρχεστε / συνερχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρχονται
Παρατατικός
εγώ συνερχόμουν / συνερχόμουνα
εσύ συνερχόσουν / συνερχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συνερχόταν / συνερχότανε
εμείς συνερχόμασταν / -όμαστε
εσείς συνερχόσασταν / -όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέρχονταν / συνερχόντουσαν
Αόριστος
εγώ συνήλθα / συνήρθα
εσύ συνήλθες / συνήρθες
αυτός/αυτή/αυτό συνήλθε / συνήρθε
εμείς συνήλθαμε / συνήρθαμε
εσείς συνήλθατε / συνήρθατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνήλθαν / συνήλθανε / συνήρθαν / συνήρθανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συνέρχομαι
εσύ θα συνέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συνέρχεται
εμείς θα συνερχόμαστε
εσείς θα συνέρχεστε / θα συνερχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνέρχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνέλθω / θα συνέρθω
εσύ θα συνέλθεις / θα συνέρθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συνέλθει / θα συνέρθει
εμείς θα συνέλθουμε / θα συνέρθουμε
εσείς θα συνέλθετε / θα συνέρθετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συνέλθουν / θα συνέλθουνε / θα συνέρθουν / θα συνέρθουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συνέλθω / συνέρθω
εσύ να συνέλθεις / συνέρθεις
αυτός/αυτή/αυτό να συνέλθει / συνέρθει
εμείς να συνέλθουμε / συνέρθουμε
εσείς να συνέλθετε / συνέρθετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συνέλθουν / συνέλθουνε / συνέρθουν / συνέρθουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συνέλθει / συνέρθει
εσύ έχεις συνέλθει / συνέρθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συνέλθει / συνέρθει
εμείς έχουμε συνέλθει / συνέρθει
εσείς έχετε συνέλθει / συνέρθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συνέλθει / συνέρθει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συνέλθει / συνέρθει
εσύ είχες συνέλθει / συνέρθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συνέλθει / συνέρθει
εμείς είχαμε συνέλθει / συνέρθει
εσείς είχατε συνέλθει / συνέρθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συνέλθει / συνέρθει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συνέλθει / συνέρθει
εσύ θα έχεις συνέλθει / συνέρθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συνέλθει / συνέρθει
εμείς θα έχουμε συνέλθει / συνέρθει
εσείς θα έχετε συνέλθει / συνέρθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συνέλθει / συνέρθει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συνέρχεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σύνελθε / σύνερθε
(εσείς) συνέλθετε / συνέρθετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συνερχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
συνέλθει / συνέρθει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.