to sail together (of ships)
Πλήρης κλίση του ρήματος συμπλέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμπλέω
εσύ συμπλέεις
αυτός/αυτή/αυτό συμπλέει
εμείς συμπλέουμε
εσείς συμπλέετε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπλέουν / συμπλέουνε
Παρατατικός
εγώ συνέπλεα
εσύ συνέπλεες
αυτός/αυτή/αυτό συνέπλεε
εμείς συμπλέαμε
εσείς συμπλέατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέπλεαν / συμπλέαν / συμπλέανε
Αόριστος
εγώ συνέπλευσα
εσύ συνέπλευσες
αυτός/αυτή/αυτό συνέπλευσε
εμείς συμπλεύσαμε
εσείς συμπλεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέπλευσαν / συμπλεύσαν / συμπλεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμπλέω
εσύ θα συμπλέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπλέει
εμείς θα συμπλέουμε
εσείς θα συμπλέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπλέουν / θα συμπλέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπλεύσω
εσύ θα συμπλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπλεύσει
εμείς θα συμπλεύσουμε
εσείς θα συμπλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπλεύσουν / θα συμπλεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμπλεύσω
εσύ να συμπλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συμπλεύσει
εμείς να συμπλεύσουμε
εσείς να συμπλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμπλεύσουν / συμπλεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμπλεύσει
εσύ έχεις συμπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμπλεύσει
εμείς έχουμε συμπλεύσει
εσείς έχετε συμπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμπλεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμπλεύσει
εσύ είχες συμπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμπλεύσει
εμείς είχαμε συμπλεύσει
εσείς είχατε συμπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμπλεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμπλεύσει
εσύ θα έχεις συμπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμπλεύσει
εμείς θα έχουμε συμπλεύσει
εσείς θα έχετε συμπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμπλεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σύμπλεε
(εσείς) συμπλέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σύμπλευσε
(εσείς) συμπλεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συμπλέοντας / έχοντας συμπλεύσει
Απαρέμφατο
συμπλεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.