include
Πλήρης κλίση του ρήματος συμπεριλαμβάνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμπεριλαμβάνω
εσύ συμπεριλαμβάνεις
αυτός/αυτή/αυτό συμπεριλαμβάνει
εμείς συμπεριλαμβάνουμε
εσείς συμπεριλαμβάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεριλαμβάνουν / συμπεριλαμβάνουνε
Παρατατικός
εγώ συμπεριλάμβανα
εσύ συμπεριλάμβανες
αυτός/αυτή/αυτό συμπεριλάμβανε
εμείς συμπεριλαμβάναμε
εσείς συμπεριλαμβάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεριλάμβαναν / συμπεριλαμβάναν / συμπεριλαμβάνανε
Αόριστος
εγώ συμπεριέλαβα
εσύ συμπεριέλαβες
αυτός/αυτή/αυτό συμπεριέλαβε
εμείς συμπεριλάβαμε
εσείς συμπεριλάβατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεριέλαβαν / συμπεριλάβαν / συμπεριλάβανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμπεριλαμβάνω
εσύ θα συμπεριλαμβάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπεριλαμβάνει
εμείς θα συμπεριλαμβάνουμε
εσείς θα συμπεριλαμβάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπεριλαμβάνουν / θα συμπεριλαμβάνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπεριλάβω
εσύ θα συμπεριλάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπεριλάβει
εμείς θα συμπεριλάβουμε
εσείς θα συμπεριλάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπεριλάβουν / θα συμπεριλάβουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμπεριλάβω
εσύ να συμπεριλάβεις
αυτός/αυτή/αυτό να συμπεριλάβει
εμείς να συμπεριλάβουμε
εσείς να συμπεριλάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμπεριλάβουν / συμπεριλάβουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμπεριλάβει
εσύ έχεις συμπεριλάβει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμπεριλάβει
εμείς έχουμε συμπεριλάβει
εσείς έχετε συμπεριλάβει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμπεριλάβει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμπεριλάβει
εσύ είχες συμπεριλάβει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμπεριλάβει
εμείς είχαμε συμπεριλάβει
εσείς είχατε συμπεριλάβει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμπεριλάβει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμπεριλάβει
εσύ θα έχεις συμπεριλάβει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμπεριλάβει
εμείς θα έχουμε συμπεριλάβει
εσείς θα έχετε συμπεριλάβει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμπεριλάβει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συμπεριλάμβανε
(εσείς) συμπεριλαμβάνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμπερίλαβε
(εσείς) συμπεριλάβετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμπεριλαμβάνομαι
εσύ συμπεριλαμβάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συμπεριλαμβάνεται
εμείς συμπεριλαμβανόμαστε
εσείς συμπεριλαμβάνεστε / συμπεριλαμβάνεσθε / συμπεριλαμβανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεριλαμβάνονται
Παρατατικός
εγώ συμπεριλαμβανόμουν / συμπεριλαμβανόμουνα
εσύ συμπεριλαμβανόσουν / συμπεριλαμβανόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συμπεριλαμβανόταν / συμπεριλαμβανότανε
εμείς συμπεριλαμβανόμασταν / συμπεριλαμβανόμαστε
εσείς συμπεριλαμβανόσασταν / συμπεριλαμβανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεριλαμβάνονταν / συμπεριλαμβανόντουσαν
Αόριστος
εγώ συμπεριλήφθηκα
εσύ συμπεριλήφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συμπεριλήφθηκε / συμπεριελήφθη
εμείς συμπεριληφθήκαμε
εσείς συμπεριληφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεριλήφθηκαν / συμπεριληφθήκανε / συμπεριελήφθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμπεριλαμβάνομαι
εσύ θα συμπεριλαμβάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπεριλαμβάνεται
εμείς θα συμπεριλαμβανόμαστε
εσείς θα συμπεριλαμβάνεστε / θα συμπεριλαμβάνεσθε / θα συμπεριλαμβανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπεριλαμβάνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπεριληφθώ
εσύ θα συμπεριληφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπεριληφθεί
εμείς θα συμπεριληφθούμε
εσείς θα συμπεριληφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπεριληφθούν / θα συμπεριληφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμπεριληφθώ
εσύ να συμπεριληφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συμπεριληφθεί
εμείς να συμπεριληφθούμε
εσείς να συμπεριληφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμπεριληφθούν / συμπεριληφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμπεριληφθεί
εσύ έχεις συμπεριληφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμπεριληφθεί
εμείς έχουμε συμπεριληφθεί
εσείς έχετε συμπεριληφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμπεριληφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμπεριληφθεί
εσύ είχες συμπεριληφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμπεριληφθεί
εμείς είχαμε συμπεριληφθεί
εσείς είχατε συμπεριληφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμπεριληφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμπεριληφθεί
εσύ θα έχεις συμπεριληφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμπεριληφθεί
εμείς θα έχουμε συμπεριληφθεί
εσείς θα έχετε συμπεριληφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμπεριληφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συμπεριλαμβάνεστε / συμπεριλαμβάνεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) συμπεριληφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συμπεριλαμβάνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συμπεριλάβει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συμπεριλαμβανόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συμπεριλάβει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συμπεριληφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.