to become related to somebody by marriage
Πλήρης κλίση του ρήματος συμπεθερεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμπεθερεύω
εσύ συμπεθερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό συμπεθερεύει
εμείς συμπεθερεύουμε
εσείς συμπεθερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεθερεύουν / συμπεθερεύουνε
Παρατατικός
εγώ συμπεθέρευα
εσύ συμπεθέρευες
αυτός/αυτή/αυτό συμπεθέρευε
εμείς συμπεθερεύαμε
εσείς συμπεθερεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεθέρευαν / συμπεθερεύαν / συμπεθερεύανε
Αόριστος
εγώ συμπεθέρεψα
εσύ συμπεθέρεψες
αυτός/αυτή/αυτό συμπεθέρεψε
εμείς συμπεθερέψαμε
εσείς συμπεθερέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπεθέρεψαν / συμπεθερέψαν / συμπεθερέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμπεθερεύω
εσύ θα συμπεθερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπεθερεύει
εμείς θα συμπεθερεύουμε
εσείς θα συμπεθερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπεθερεύουν / θα συμπεθερεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπεθερέψω
εσύ θα συμπεθερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπεθερέψει
εμείς θα συμπεθερέψουμε
εσείς θα συμπεθερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπεθερέψουν / θα συμπεθερέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμπεθερέψω
εσύ να συμπεθερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να συμπεθερέψει
εμείς να συμπεθερέψουμε
εσείς να συμπεθερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμπεθερέψουν / συμπεθερέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμπεθερέψει
εσύ έχεις συμπεθερέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμπεθερέψει
εμείς έχουμε συμπεθερέψει
εσείς έχετε συμπεθερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμπεθερέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμπεθερέψει
εσύ είχες συμπεθερέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμπεθερέψει
εμείς είχαμε συμπεθερέψει
εσείς είχατε συμπεθερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμπεθερέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμπεθερέψει
εσύ θα έχεις συμπεθερέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμπεθερέψει
εμείς θα έχουμε συμπεθερέψει
εσείς θα έχετε συμπεθερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμπεθερέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συμπεθέρευε
(εσείς) συμπεθερεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμπεθέρεψε
(εσείς) συμπεθερέψτε / συμπεθερεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συμπεθερεύοντας / έχοντας συμπεθερέψει
Απαρέμφατο
συμπεθερέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.