to like
Πλήρης κλίση του ρήματος συμπαθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμπαθώ¹ - συμπαθάω
εσύ συμπαθείς - συμπαθάς
αυτός/αυτή/αυτό συμπαθεί - συμπαθάει
εμείς συμπαθούμε - συμπαθάμε
εσείς συμπαθείτε - συμπαθάτε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπαθούν - συμπαθάνε / συμπαθούνε - συμπαθάνε / συμπαθάν
Παρατατικός
εγώ συμπαθούσα¹ - συμπάθαγα
εσύ συμπαθούσες / συμπάθαγες
αυτός/αυτή/αυτό συμπαθούσε / συμπάθαγε
εμείς συμπαθούσαμε / συμπαθάγαμε
εσείς συμπαθούσατε / συμπαθάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπαθούσαν / συμπαθούσανε / συμπάθαγαν / συμπαθάγανε
Αόριστος
εγώ συμπάθησα
εσύ συμπάθησες
αυτός/αυτή/αυτό συμπάθησε
εμείς συμπαθήσαμε
εσείς συμπαθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπάθησαν / συμπαθήσαν / συμπαθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμπαθώ¹ - συμπαθάω
εσύ θα συμπαθείς - συμπαθάς
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπαθεί - συμπαθάει
εμείς θα συμπαθούμε - συμπαθάμε
εσείς θα συμπαθείτε - συμπαθάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπαθούν - συμπαθάνε / θα συμπαθούνε - συμπαθάνε / θα συμπαθάν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπαθήσω
εσύ θα συμπαθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπαθήσει
εμείς θα συμπαθήσουμε
εσείς θα συμπαθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπαθήσουν / θα συμπαθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμπαθήσω
εσύ να συμπαθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συμπαθήσει
εμείς να συμπαθήσουμε
εσείς να συμπαθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμπαθήσουν / συμπαθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμπαθήσει
εσύ έχεις συμπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμπαθήσει
εμείς έχουμε συμπαθήσει
εσείς έχετε συμπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμπαθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμπαθήσει
εσύ είχες συμπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμπαθήσει
εμείς είχαμε συμπαθήσει
εσείς είχατε συμπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμπαθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμπαθήσει
εσύ θα έχεις συμπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμπαθήσει
εμείς θα έχουμε συμπαθήσει
εσείς θα έχετε συμπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμπαθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συμπάθα / συμπάθαγε
(εσείς) συμπαθείτε¹ - συμπαθάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμπάθησε¹ - συμπάθα
(εσείς) συμπαθήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμπαθιέμαι
εσύ συμπαθιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό συμπαθιέται
εμείς συμπαθιόμαστε
εσείς συμπαθιέστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπαθιούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ συμπαθιόμουν / συμπαθιόμουνα
εσύ συμπαθιόσουν / συμπαθιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συμπαθιόταν / συμπαθιότανε
εμείς συμπαθιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς συμπαθιόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπαθιόνταν / συμπαθιόντανε / συμπαθιόντουσαν / συμπαθιούνταν
Αόριστος
εγώ συμπαθήθηκα
εσύ συμπαθήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συμπαθήθηκε
εμείς συμπαθηθήκαμε
εσείς συμπαθηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμπαθήθηκαν / συμπαθηθήκαν / συμπαθηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμπαθιέμαι
εσύ θα συμπαθιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπαθιέται
εμείς θα συμπαθιόμαστε
εσείς θα συμπαθιέστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπαθιούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπαθηθώ
εσύ θα συμπαθηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συμπαθηθεί
εμείς θα συμπαθηθούμε
εσείς θα συμπαθηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμπαθηθούν / θα συμπαθηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμπαθηθώ
εσύ να συμπαθηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συμπαθηθεί
εμείς να συμπαθηθούμε
εσείς να συμπαθηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμπαθηθούν / συμπαθηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμπαθηθεί
εσύ έχεις συμπαθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμπαθηθεί
εμείς έχουμε συμπαθηθεί
εσείς έχετε συμπαθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμπαθηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμπαθηθεί
εσύ είχες συμπαθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμπαθηθεί
εμείς είχαμε συμπαθηθεί
εσείς είχατε συμπαθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμπαθηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμπαθηθεί
εσύ θα έχεις συμπαθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμπαθηθεί
εμείς θα έχουμε συμπαθηθεί
εσείς θα έχετε συμπαθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμπαθηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συμπαθιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμπαθήσου
(εσείς) συμπαθηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
declinable / formal: συμπαθών / συμπαθούσα / συμπαθούν / indeclinable: συμπαθώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συμπαθήσει
Απαρέμφατο
συμπαθήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συμπαθηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.