to conform, to make conform, to make comply
Πλήρης κλίση του ρήματος συμμορφώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμμορφώνω
εσύ συμμορφώνεις
αυτός/αυτή/αυτό συμμορφώνει
εμείς συμμορφώνουμε
εσείς συμμορφώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά συμμορφώνουν / συμμορφώνουνε
Παρατατικός
εγώ συμμόρφωνα
εσύ συμμόρφωνες
αυτός/αυτή/αυτό συμμόρφωνε
εμείς συμμορφώναμε
εσείς συμμορφώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμμόρφωναν / συμμορφώναν / συμμορφώνανε
Αόριστος
εγώ συμμόρφωσα
εσύ συμμόρφωσες
αυτός/αυτή/αυτό συμμόρφωσε
εμείς συμμορφώσαμε
εσείς συμμορφώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμμόρφωσαν / συμμορφώσαν / συμμορφώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμμορφώνω
εσύ θα συμμορφώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμμορφώνει
εμείς θα συμμορφώνουμε
εσείς θα συμμορφώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμμορφώνουν / θα συμμορφώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμμορφώσω
εσύ θα συμμορφώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμμορφώσει
εμείς θα συμμορφώσουμε
εσείς θα συμμορφώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμμορφώσουν / θα συμμορφώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμμορφώσω
εσύ να συμμορφώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συμμορφώσει
εμείς να συμμορφώσουμε
εσείς να συμμορφώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμμορφώσουν / συμμορφώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμμορφώσει
εσύ έχεις συμμορφώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμμορφώσει
εμείς έχουμε συμμορφώσει
εσείς έχετε συμμορφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμμορφώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμμορφώσει
εσύ είχες συμμορφώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμμορφώσει
εμείς είχαμε συμμορφώσει
εσείς είχατε συμμορφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμμορφώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμμορφώσει
εσύ θα έχεις συμμορφώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμμορφώσει
εμείς θα έχουμε συμμορφώσει
εσείς θα έχετε συμμορφώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμμορφώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συμμόρφωνε
(εσείς) συμμορφώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμμόρφωσε
(εσείς) συμμορφώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμμορφώνομαι
εσύ συμμορφώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συμμορφώνεται
εμείς συμμορφωνόμαστε
εσείς συμμορφώνεστε / συμμορφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμμορφώνονται
Παρατατικός
εγώ συμμορφωνόμουν / συμμορφωνόμουνα
εσύ συμμορφωνόσουν / συμμορφωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συμμορφωνόταν / συμμορφωνότανε
εμείς συμμορφωνόμασταν / συμμορφωνόμαστε
εσείς συμμορφωνόσασταν / συμμορφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμμορφώνονταν / συμμορφωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ συμμορφώθηκα
εσύ συμμορφώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συμμορφώθηκε
εμείς συμμορφωθήκαμε
εσείς συμμορφωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμμορφώθηκαν / συμμορφωθήκαν / συμμορφωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμμορφώνομαι
εσύ θα συμμορφώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συμμορφώνεται
εμείς θα συμμορφωνόμαστε
εσείς θα συμμορφώνεστε / θα συμμορφωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμμορφώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμμορφωθώ
εσύ θα συμμορφωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συμμορφωθεί
εμείς θα συμμορφωθούμε
εσείς θα συμμορφωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμμορφωθούν / θα συμμορφωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμμορφωθώ
εσύ να συμμορφωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συμμορφωθεί
εμείς να συμμορφωθούμε
εσείς να συμμορφωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμμορφωθούν / συμμορφωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμμορφωθεί
εσύ έχεις συμμορφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμμορφωθεί
εμείς έχουμε συμμορφωθεί
εσείς έχετε συμμορφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμμορφωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμμορφωθεί
εσύ είχες συμμορφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμμορφωθεί
εμείς είχαμε συμμορφωθεί
εσείς είχατε συμμορφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμμορφωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμμορφωθεί
εσύ θα έχεις συμμορφωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμμορφωθεί
εμείς θα έχουμε συμμορφωθεί
εσείς θα έχετε συμμορφωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμμορφωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συμμορφώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμμορφώσου
(εσείς) συμμορφωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συμμορφώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συμμορφώσει
Μετοχή παρακειμένου
συμμορφωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συμμορφώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συμμορφωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.