to symbolize (to be symbolic of; to represent)
Πλήρης κλίση του ρήματος συμβολίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμβολίζω
εσύ συμβολίζεις
αυτός/αυτή/αυτό συμβολίζει
εμείς συμβολίζουμε
εσείς συμβολίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά συμβολίζουν / συμβολίζουνε
Παρατατικός
εγώ συμβόλιζα
εσύ συμβόλιζες
αυτός/αυτή/αυτό συμβόλιζε
εμείς συμβολίζαμε
εσείς συμβολίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμβόλιζαν / συμβολίζαν / συμβολίζανε
Αόριστος
εγώ συμβόλισα
εσύ συμβόλισες
αυτός/αυτή/αυτό συμβόλισε
εμείς συμβολίσαμε
εσείς συμβολίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμβόλισαν / συμβολίσαν / συμβολίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμβολίζω
εσύ θα συμβολίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμβολίζει
εμείς θα συμβολίζουμε
εσείς θα συμβολίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμβολίζουν / θα συμβολίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμβολίσω
εσύ θα συμβολίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συμβολίσει
εμείς θα συμβολίσουμε
εσείς θα συμβολίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμβολίσουν / θα συμβολίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμβολίσω
εσύ να συμβολίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συμβολίσει
εμείς να συμβολίσουμε
εσείς να συμβολίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμβολίσουν / συμβολίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμβολίσει
εσύ έχεις συμβολίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμβολίσει
εμείς έχουμε συμβολίσει
εσείς έχετε συμβολίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμβολίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμβολίσει
εσύ είχες συμβολίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμβολίσει
εμείς είχαμε συμβολίσει
εσείς είχατε συμβολίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμβολίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμβολίσει
εσύ θα έχεις συμβολίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμβολίσει
εμείς θα έχουμε συμβολίσει
εσείς θα έχετε συμβολίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμβολίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συμβόλιζε
(εσείς) συμβολίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμβόλισε
(εσείς) συμβολίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συμβολίζομαι
εσύ συμβολίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συμβολίζεται
εμείς συμβολιζόμαστε
εσείς συμβολίζεστε / συμβολιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμβολίζονται
Παρατατικός
εγώ συμβολιζόμουν / συμβολιζόμουνα
εσύ συμβολιζόσουν / συμβολιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συμβολιζόταν / συμβολιζότανε
εμείς συμβολιζόμασταν / συμβολιζόμαστε
εσείς συμβολιζόσασταν / συμβολιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συμβολίζονταν / συμβολιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ συμβολίστηκα
εσύ συμβολίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό συμβολίστηκε
εμείς συμβολιστήκαμε
εσείς συμβολιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συμβολίστηκαν / συμβολιστήκαν / συμβολιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συμβολίζομαι
εσύ θα συμβολίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συμβολίζεται
εμείς θα συμβολιζόμαστε
εσείς θα συμβολίζεστε / θα συμβολιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμβολίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμβολιστώ
εσύ θα συμβολιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συμβολιστεί
εμείς θα συμβολιστούμε
εσείς θα συμβολιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συμβολιστούν / θα συμβολιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συμβολιστώ
εσύ να συμβολιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να συμβολιστεί
εμείς να συμβολιστούμε
εσείς να συμβολιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συμβολιστούν / συμβολιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συμβολιστεί
εσύ έχεις συμβολιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συμβολιστεί
εμείς έχουμε συμβολιστεί
εσείς έχετε συμβολιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συμβολιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συμβολιστεί
εσύ είχες συμβολιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συμβολιστεί
εμείς είχαμε συμβολιστεί
εσείς είχατε συμβολιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συμβολιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συμβολιστεί
εσύ θα έχεις συμβολιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συμβολιστεί
εμείς θα έχουμε συμβολιστεί
εσείς θα έχετε συμβολιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συμβολιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συμβολίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συμβολίσου
(εσείς) συμβολιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συμβολίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συμβολίσει
Μετοχή παρακειμένου
συμβολισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συμβολίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συμβολιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.