to slander, to calumniate, to defame
Πλήρης κλίση του ρήματος συκοφαντώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συκοφαντώ
εσύ συκοφαντείς
αυτός/αυτή/αυτό συκοφαντεί
εμείς συκοφαντούμε
εσείς συκοφαντείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συκοφαντούν / συκοφαντούνε
Παρατατικός
εγώ συκοφαντούσα
εσύ συκοφαντούσες
αυτός/αυτή/αυτό συκοφαντούσε
εμείς συκοφαντούσαμε
εσείς συκοφαντούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συκοφαντούσαν / συκοφαντούσανε
Αόριστος
εγώ συκοφάντησα
εσύ συκοφάντησες
αυτός/αυτή/αυτό συκοφάντησε
εμείς συκοφαντήσαμε
εσείς συκοφαντήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συκοφάντησαν / συκοφαντήσαν / συκοφαντήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συκοφαντώ
εσύ θα συκοφαντείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συκοφαντεί
εμείς θα συκοφαντούμε
εσείς θα συκοφαντείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συκοφαντούν / θα συκοφαντούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συκοφαντήσω
εσύ θα συκοφαντήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συκοφαντήσει
εμείς θα συκοφαντήσουμε
εσείς θα συκοφαντήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συκοφαντήσουν / θα συκοφαντήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συκοφαντήσω
εσύ να συκοφαντήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συκοφαντήσει
εμείς να συκοφαντήσουμε
εσείς να συκοφαντήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συκοφαντήσουν / συκοφαντήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συκοφαντήσει
εσύ έχεις συκοφαντήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συκοφαντήσει
εμείς έχουμε συκοφαντήσει
εσείς έχετε συκοφαντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συκοφαντήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συκοφαντήσει
εσύ είχες συκοφαντήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συκοφαντήσει
εμείς είχαμε συκοφαντήσει
εσείς είχατε συκοφαντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συκοφαντήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συκοφαντήσει
εσύ θα έχεις συκοφαντήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συκοφαντήσει
εμείς θα έχουμε συκοφαντήσει
εσείς θα έχετε συκοφαντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συκοφαντήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συκοφαντείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συκοφάντησε
(εσείς) συκοφαντήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συκοφαντούμαι
εσύ συκοφαντείσαι
αυτός/αυτή/αυτό συκοφαντείται
εμείς συκοφαντούμαστε
εσείς συκοφαντείστε
αυτοί/αυτές/αυτά συκοφαντούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό συκοφαντούνταν / συκοφαντείτο
εμείς συκοφαντούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συκοφαντούνταν / συκοφαντούντο
Αόριστος
εγώ συκοφαντήθηκα
εσύ συκοφαντήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συκοφαντήθηκε
εμείς συκοφαντηθήκαμε
εσείς συκοφαντηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συκοφαντήθηκαν / συκοφαντηθήκαν / συκοφαντηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συκοφαντούμαι
εσύ θα συκοφαντείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συκοφαντείται
εμείς θα συκοφαντούμαστε
εσείς θα συκοφαντείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συκοφαντούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συκοφαντηθώ
εσύ θα συκοφαντηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συκοφαντηθεί
εμείς θα συκοφαντηθούμε
εσείς θα συκοφαντηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συκοφαντηθούν / θα συκοφαντηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συκοφαντηθώ
εσύ να συκοφαντηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συκοφαντηθεί
εμείς να συκοφαντηθούμε
εσείς να συκοφαντηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συκοφαντηθούν / συκοφαντηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συκοφαντηθεί
εσύ έχεις συκοφαντηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συκοφαντηθεί
εμείς έχουμε συκοφαντηθεί
εσείς έχετε συκοφαντηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συκοφαντηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συκοφαντηθεί
εσύ είχες συκοφαντηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συκοφαντηθεί
εμείς είχαμε συκοφαντηθεί
εσείς είχατε συκοφαντηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συκοφαντηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συκοφαντηθεί
εσύ θα έχεις συκοφαντηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συκοφαντηθεί
εμείς θα έχουμε συκοφαντηθεί
εσείς θα έχετε συκοφαντηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συκοφαντηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συκοφαντείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συκοφαντήσου
(εσείς) συκοφαντηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συκοφαντώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συκοφαντήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συκοφαντούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συκοφαντημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συκοφαντήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συκοφαντηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.