Κλίση του ρήματος συγχύζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συγχύζω
to upset
Πλήρης κλίση του ρήματος συγχύζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συγχύζω
εσύ συγχύζεις
αυτός/αυτή/αυτό συγχύζει
εμείς συγχύζουμε
εσείς συγχύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχύζουν / συγχύζουνε

Παρατατικός

εγώ σύγχυζα
εσύ σύγχυζες
αυτός/αυτή/αυτό σύγχυζε
εμείς συγχύζαμε
εσείς συγχύζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σύγχυζαν / συγχύζαν / συγχύζανε

Αόριστος

εγώ σύγχυσα
εσύ σύγχυσες
αυτός/αυτή/αυτό σύγχυσε
εμείς συγχύσαμε
εσείς συγχύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σύγχυσαν / συγχύσαν / συγχύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συγχύζω
εσύ θα συγχύζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχύζει
εμείς θα συγχύζουμε
εσείς θα συγχύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχύζουν / θα συγχύζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συγχύσω
εσύ θα συγχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχύσει
εμείς θα συγχύσουμε
εσείς θα συγχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχύσουν / θα συγχύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συγχύσω
εσύ να συγχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συγχύσει
εμείς να συγχύσουμε
εσείς να συγχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγχύσουν / συγχύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συγχύσει
εσύ έχεις συγχύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγχύσει
εμείς έχουμε συγχύσει
εσείς έχετε συγχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγχύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συγχύσει
εσύ είχες συγχύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγχύσει
εμείς είχαμε συγχύσει
εσείς είχατε συγχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγχύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συγχύσει
εσύ θα έχεις συγχύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγχύσει
εμείς θα έχουμε συγχύσει
εσείς θα έχετε συγχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγχύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σύγχυζε
(εσείς) συγχύζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σύγχυσε
(εσείς) συγχύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συγχύζομαι
εσύ συγχύζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγχύζεται
εμείς συγχυζόμαστε
εσείς συγχύζεστε / συγχυζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχύζονται

Παρατατικός

εγώ συγχυζόμουν / συγχυζόμουνα
εσύ συγχυζόσουν / συγχυζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συγχυζόταν / συγχυζότανε
εμείς συγχυζόμασταν / συγχυζόμαστε
εσείς συγχυζόσασταν / συγχυζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχύζονταν / συγχυζόντουσαν

Αόριστος

εγώ συγχύστηκα
εσύ συγχύστηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγχύστηκε
εμείς συγχυστήκαμε
εσείς συγχυστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχύστηκαν / συγχυστήκαν / συγχυστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συγχύζομαι
εσύ θα συγχύζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχύζεται
εμείς θα συγχυζόμαστε
εσείς θα συγχύζεστε / θα συγχυζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχύζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συγχυστώ
εσύ θα συγχυστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχυστεί
εμείς θα συγχυστούμε
εσείς θα συγχυστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχυστούν / θα συγχυστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συγχυστώ
εσύ να συγχυστείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγχυστεί
εμείς να συγχυστούμε
εσείς να συγχυστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγχυστούν / συγχυστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συγχυστεί
εσύ έχεις συγχυστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγχυστεί
εμείς έχουμε συγχυστεί
εσείς έχετε συγχυστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγχυστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συγχυστεί
εσύ είχες συγχυστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγχυστεί
εμείς είχαμε συγχυστεί
εσείς είχατε συγχυστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγχυστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συγχυστεί
εσύ θα έχεις συγχυστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγχυστεί
εμείς θα έχουμε συγχυστεί
εσείς θα έχετε συγχυστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγχυστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συγχύζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συγχύσου
(εσείς) συγχυστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

συγχύζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας συγχύσει

Μετοχή παρακειμένου

συγχυσμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

συγχύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

συγχυστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.