Κλίση του ρήματος συγχρονίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συγχρονίζω
to synchronise (UK), synchronize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος συγχρονίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συγχρονίζω
εσύ συγχρονίζεις
αυτός/αυτή/αυτό συγχρονίζει
εμείς συγχρονίζουμε
εσείς συγχρονίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχρονίζουν / συγχρονίζουνε

Παρατατικός

εγώ συγχρόνιζα
εσύ συγχρόνιζες
αυτός/αυτή/αυτό συγχρόνιζε
εμείς συγχρονίζαμε
εσείς συγχρονίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχρόνιζαν / συγχρονίζαν / συγχρονίζανε

Αόριστος

εγώ συγχρόνισα
εσύ συγχρόνισες
αυτός/αυτή/αυτό συγχρόνισε
εμείς συγχρονίσαμε
εσείς συγχρονίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχρόνισαν / συγχρονίσαν / συγχρονίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συγχρονίζω
εσύ θα συγχρονίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχρονίζει
εμείς θα συγχρονίζουμε
εσείς θα συγχρονίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχρονίζουν / θα συγχρονίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συγχρονίσω
εσύ θα συγχρονίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχρονίσει
εμείς θα συγχρονίσουμε
εσείς θα συγχρονίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχρονίσουν / θα συγχρονίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συγχρονίσω
εσύ να συγχρονίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συγχρονίσει
εμείς να συγχρονίσουμε
εσείς να συγχρονίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγχρονίσουν / συγχρονίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συγχρονίσει
εσύ έχεις συγχρονίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγχρονίσει
εμείς έχουμε συγχρονίσει
εσείς έχετε συγχρονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγχρονίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συγχρονίσει
εσύ είχες συγχρονίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγχρονίσει
εμείς είχαμε συγχρονίσει
εσείς είχατε συγχρονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγχρονίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συγχρονίσει
εσύ θα έχεις συγχρονίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγχρονίσει
εμείς θα έχουμε συγχρονίσει
εσείς θα έχετε συγχρονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγχρονίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) συγχρόνιζε
(εσείς) συγχρονίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συγχρόνισε
(εσείς) συγχρονίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συγχρονίζομαι
εσύ συγχρονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγχρονίζεται
εμείς συγχρονιζόμαστε
εσείς συγχρονίζεστε / συγχρονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχρονίζονται

Παρατατικός

εγώ συγχρονιζόμουν / συγχρονιζόμουνα
εσύ συγχρονιζόσουν / συγχρονιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συγχρονιζόταν / συγχρονιζότανε
εμείς συγχρονιζόμασταν / συγχρονιζόμαστε
εσείς συγχρονιζόσασταν / συγχρονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχρονίζονταν / συγχρονιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ συγχρονίστηκα
εσύ συγχρονίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγχρονίστηκε
εμείς συγχρονιστήκαμε
εσείς συγχρονιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγχρονίστηκαν / συγχρονιστήκαν / συγχρονιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συγχρονίζομαι
εσύ θα συγχρονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχρονίζεται
εμείς θα συγχρονιζόμαστε
εσείς θα συγχρονίζεστε / θα συγχρονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχρονίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συγχρονιστώ
εσύ θα συγχρονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγχρονιστεί
εμείς θα συγχρονιστούμε
εσείς θα συγχρονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγχρονιστούν / θα συγχρονιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συγχρονιστώ
εσύ να συγχρονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγχρονιστεί
εμείς να συγχρονιστούμε
εσείς να συγχρονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγχρονιστούν / συγχρονιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συγχρονιστεί
εσύ έχεις συγχρονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγχρονιστεί
εμείς έχουμε συγχρονιστεί
εσείς έχετε συγχρονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγχρονιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συγχρονιστεί
εσύ είχες συγχρονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγχρονιστεί
εμείς είχαμε συγχρονιστεί
εσείς είχατε συγχρονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγχρονιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συγχρονιστεί
εσύ θα έχεις συγχρονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγχρονιστεί
εμείς θα έχουμε συγχρονιστεί
εσείς θα έχετε συγχρονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγχρονιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συγχρονίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συγχρονίσου
(εσείς) συγχρονιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

συγχρονίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας συγχρονίσει

Μετοχή παρακειμένου

συγχρονισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

συγχρονίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

συγχρονιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.