Κλίση του ρήματος συγκόπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

συγκόπτω
to shorten, contract, abridge
Πλήρης κλίση του ρήματος συγκόπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συγκόπτω
εσύ συγκόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό συγκόπτει
εμείς συγκόπτουμε
εσείς συγκόπτετε

Παρατατικός

εσύ συνέκοπτες
αυτός/αυτή/αυτό συνέκοπτε
εμείς συγκόπταμε
εσείς συγκόπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέκοπταν / συγκόπταν / συγκόπτανε

Αόριστος

εσύ συνέκοψες
αυτός/αυτή/αυτό συνέκοψε
εμείς συγκόψαμε
εσείς συγκόψατε
αυτοί/αυτές/αυτά συνέκοψαν / συγκόψαν / συγκόψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συγκόπτω
εσύ θα συγκόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκόπτει
εμείς θα συγκόπτουμε
εσείς θα συγκόπτετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συγκόψω
εσύ θα συγκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκόψει
εμείς θα συγκόψουμε
εσείς θα συγκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκόψουν / θα συγκόψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συγκόψω
εσύ να συγκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό να συγκόψει
εμείς να συγκόψουμε
εσείς να συγκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκόψουν / συγκόψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συγκόψει
εσύ έχεις συγκόψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκόψει
εμείς έχουμε συγκόψει
εσείς έχετε συγκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκόψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συγκόψει
εσύ είχες συγκόψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκόψει
εμείς είχαμε συγκόψει
εσείς είχατε συγκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκόψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συγκόψει
εσύ θα έχεις συγκόψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκόψει
εμείς θα έχουμε συγκόψει
εσείς θα έχετε συγκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκόψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συγκόπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) συγκόψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ συγκόπτομαι
εσύ συγκόπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγκόπτεται
εμείς συγκοπτόμαστε
εσείς συγκόπτεστε / συγκόπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκόπτονται

Παρατατικός

εμείς συγκοπτόμασταν / συγκοπτόμαστε
εσείς συγκοπτόσασταν / συγκοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκόπτονταν

Αόριστος

εσύ συγκόπηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγκόπηκε
εμείς συγκοπήκαμε
εσείς συγκοπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκόπηκαν / συγκοπήκαν / συγκοπήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα συγκόπτομαι
εσύ θα συγκόπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκόπτεται
εμείς θα συγκοπτόμαστε
εσείς θα συγκόπτεστε / θα συγκόπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκόπτονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα συγκοπώ
εσύ θα συγκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκοπεί
εμείς θα συγκοπούμε
εσείς θα συγκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκοπούν / θα συγκοπούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να συγκοπώ
εσύ να συγκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγκοπεί
εμείς να συγκοπούμε
εσείς να συγκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκοπούν / συγκοπούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω συγκοπεί
εσύ έχεις συγκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκοπεί
εμείς έχουμε συγκοπεί
εσείς έχετε συγκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκοπεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα συγκοπεί
εσύ είχες συγκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκοπεί
εμείς είχαμε συγκοπεί
εσείς είχατε συγκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκοπεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω συγκοπεί
εσύ θα έχεις συγκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκοπεί
εμείς θα έχουμε συγκοπεί
εσείς θα έχετε συγκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκοπεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) συγκόπτεστε / συγκόπτεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) συγκόψου
(εσείς) συγκοπείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

συγκόπτοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας συγκόψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

συγκοπτόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

συγκεκομμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

συγκόψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

συγκοπεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.