to collide, clash
Πλήρης κλίση του ρήματος συγκρούομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκρούομαι
εσύ συγκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγκρούεται
εμείς συγκρουόμαστε
εσείς συγκρούεστε / συγκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκρούονται
Παρατατικός
εγώ συγκρουόμουν / συγκρουόμουνα
εσύ συγκρουόσουν / συγκρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συγκρουόταν / συγκρουότανε
εμείς συγκρουόμασταν / συγκρουόμαστε
εσείς συγκρουόσασταν / συγκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκρούονταν / συγκρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ συγκρούστηκα / συγκρούσθηκα
εσύ συγκρούστηκες / συγκρούσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγκρούστηκε / συγκρούσθηκε
εμείς συγκρουστήκαμε / συγκρουσθήκαμε
εσείς συγκρουστήκατε / συγκρουσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκρούστηκαν / συγκρουστήκαν / συγκρουστήκανε / συγκρούσθηκαν / συγκρουσθήκαν / συγκρουσθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκρούομαι
εσύ θα συγκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκρούεται
εμείς θα συγκρουόμαστε
εσείς θα συγκρούεστε / θα συγκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκρουστώ / θα συγκρουσθώ
εσύ θα συγκρουστείς / θα συγκρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκρουστεί / θα συγκρουσθεί
εμείς θα συγκρουστούμε / θα συγκρουσθούμε
εσείς θα συγκρουστείτε / θα συγκρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκρουστούν / θα συγκρουστούνε / θα συγκρουσθούν / θα συγκρουσθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκρουστώ / συγκρουσθώ
εσύ να συγκρουστείς / συγκρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εμείς να συγκρουστούμε / συγκρουσθούμε
εσείς να συγκρουστείτε / συγκρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκρουστούν / συγκρουστούνε / συγκρουσθούν / συγκρουσθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εσύ έχεις συγκρουστεί / συγκρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εμείς έχουμε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εσείς έχετε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκρουστεί / συγκρουσθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εσύ είχες συγκρουστεί / συγκρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εμείς είχαμε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εσείς είχατε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκρουστεί / συγκρουσθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εσύ θα έχεις συγκρουστεί / συγκρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εμείς θα έχουμε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
εσείς θα έχετε συγκρουστεί / συγκρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκρουστεί / συγκρουσθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συγκρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) συγκρουστείτε / συγκρουσθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συγκρουόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
συγκρουστεί / συγκρουσθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.