to form, compose, organise (UK), organize (USA)
Πλήρης κλίση του ρήματος συγκροτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκροτώ
εσύ συγκροτείς
αυτός/αυτή/αυτό συγκροτεί
εμείς συγκροτούμε
εσείς συγκροτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκροτούν / συγκροτούνε
Παρατατικός
εγώ συγκροτούσα
εσύ συγκροτούσες
αυτός/αυτή/αυτό συγκροτούσε
εμείς συγκροτούσαμε
εσείς συγκροτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκροτούσαν / συγκροτούσανε
Αόριστος
εγώ συγκρότησα
εσύ συγκρότησες
αυτός/αυτή/αυτό συγκρότησε
εμείς συγκροτήσαμε
εσείς συγκροτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκρότησαν / συγκροτήσαν / συγκροτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκροτώ
εσύ θα συγκροτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκροτεί
εμείς θα συγκροτούμε
εσείς θα συγκροτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκροτούν / θα συγκροτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκροτήσω
εσύ θα συγκροτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκροτήσει
εμείς θα συγκροτήσουμε
εσείς θα συγκροτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκροτήσουν / θα συγκροτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκροτήσω
εσύ να συγκροτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συγκροτήσει
εμείς να συγκροτήσουμε
εσείς να συγκροτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκροτήσουν / συγκροτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκροτήσει
εσύ έχεις συγκροτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκροτήσει
εμείς έχουμε συγκροτήσει
εσείς έχετε συγκροτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκροτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκροτήσει
εσύ είχες συγκροτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκροτήσει
εμείς είχαμε συγκροτήσει
εσείς είχατε συγκροτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκροτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκροτήσει
εσύ θα έχεις συγκροτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκροτήσει
εμείς θα έχουμε συγκροτήσει
εσείς θα έχετε συγκροτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκροτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συγκροτείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συγκρότησε
(εσείς) συγκροτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκροτούμαι
εσύ συγκροτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγκροτείται
εμείς συγκροτούμαστε
εσείς συγκροτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκροτούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό συγκροτούνταν / συγκροτείτο / συνεκροτείτο
εμείς συγκροτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκροτούνταν / συγκροτούντο / συνεκροτούντο
Αόριστος
εγώ συγκροτήθηκα
εσύ συγκροτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγκροτήθηκε
εμείς συγκροτηθήκαμε
εσείς συγκροτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκροτήθηκαν / συγκροτηθήκαν / συγκροτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκροτούμαι
εσύ θα συγκροτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκροτείται
εμείς θα συγκροτούμαστε
εσείς θα συγκροτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκροτούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκροτηθώ
εσύ θα συγκροτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκροτηθεί
εμείς θα συγκροτηθούμε
εσείς θα συγκροτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκροτηθούν / θα συγκροτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκροτηθώ
εσύ να συγκροτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγκροτηθεί
εμείς να συγκροτηθούμε
εσείς να συγκροτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκροτηθούν / συγκροτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκροτηθεί
εσύ έχεις συγκροτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκροτηθεί
εμείς έχουμε συγκροτηθεί
εσείς έχετε συγκροτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκροτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκροτηθεί
εσύ είχες συγκροτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκροτηθεί
εμείς είχαμε συγκροτηθεί
εσείς είχατε συγκροτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκροτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκροτηθεί
εσύ θα έχεις συγκροτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκροτηθεί
εμείς θα έχουμε συγκροτηθεί
εσείς θα έχετε συγκροτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκροτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συγκροτείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συγκροτήσου
(εσείς) συγκροτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συγκροτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συγκροτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συγκροτούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συγκροτημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συγκροτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συγκροτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.