to gather, collect, bring together
Πλήρης κλίση του ρήματος συγκεντρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκεντρώνω
εσύ συγκεντρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό συγκεντρώνει
εμείς συγκεντρώνουμε
εσείς συγκεντρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκεντρώνουν / συγκεντρώνουνε
Παρατατικός
εγώ συγκέντρωνα
εσύ συγκέντρωνες
αυτός/αυτή/αυτό συγκέντρωνε
εμείς συγκεντρώναμε
εσείς συγκεντρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκέντρωναν / συγκεντρώναν / συγκεντρώνανε
Αόριστος
εγώ συγκέντρωσα
εσύ συγκέντρωσες
αυτός/αυτή/αυτό συγκέντρωσε
εμείς συγκεντρώσαμε
εσείς συγκεντρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκέντρωσαν / συγκεντρώσαν / συγκεντρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκεντρώνω
εσύ θα συγκεντρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκεντρώνει
εμείς θα συγκεντρώνουμε
εσείς θα συγκεντρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκεντρώνουν / θα συγκεντρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκεντρώσω
εσύ θα συγκεντρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκεντρώσει
εμείς θα συγκεντρώσουμε
εσείς θα συγκεντρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκεντρώσουν / θα συγκεντρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκεντρώσω
εσύ να συγκεντρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συγκεντρώσει
εμείς να συγκεντρώσουμε
εσείς να συγκεντρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκεντρώσουν / συγκεντρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκεντρώσει
εσύ έχεις συγκεντρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκεντρώσει
εμείς έχουμε συγκεντρώσει
εσείς έχετε συγκεντρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκεντρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκεντρώσει
εσύ είχες συγκεντρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκεντρώσει
εμείς είχαμε συγκεντρώσει
εσείς είχατε συγκεντρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκεντρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκεντρώσει
εσύ θα έχεις συγκεντρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκεντρώσει
εμείς θα έχουμε συγκεντρώσει
εσείς θα έχετε συγκεντρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκεντρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) συγκέντρωνε
(εσείς) συγκεντρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συγκέντρωσε
(εσείς) συγκεντρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκεντρώνομαι
εσύ συγκεντρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγκεντρώνεται
εμείς συγκεντρωνόμαστε
εσείς συγκεντρώνεστε / συγκεντρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκεντρώνονται
Παρατατικός
εγώ συγκεντρωνόμουν / συγκεντρωνόμουνα
εσύ συγκεντρωνόσουν / συγκεντρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό συγκεντρωνόταν / συγκεντρωνότανε
εμείς συγκεντρωνόμασταν / συγκεντρωνόμαστε
εσείς συγκεντρωνόσασταν / συγκεντρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκεντρώνονταν / συγκεντρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ συγκεντρώθηκα
εσύ συγκεντρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγκεντρώθηκε
εμείς συγκεντρωθήκαμε
εσείς συγκεντρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκεντρώθηκαν / συγκεντρωθήκαν / συγκεντρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκεντρώνομαι
εσύ θα συγκεντρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκεντρώνεται
εμείς θα συγκεντρωνόμαστε
εσείς θα συγκεντρώνεστε / θα συγκεντρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκεντρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκεντρωθώ
εσύ θα συγκεντρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκεντρωθεί
εμείς θα συγκεντρωθούμε
εσείς θα συγκεντρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκεντρωθούν / θα συγκεντρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκεντρωθώ
εσύ να συγκεντρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγκεντρωθεί
εμείς να συγκεντρωθούμε
εσείς να συγκεντρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκεντρωθούν / συγκεντρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκεντρωθεί
εσύ έχεις συγκεντρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκεντρωθεί
εμείς έχουμε συγκεντρωθεί
εσείς έχετε συγκεντρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκεντρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκεντρωθεί
εσύ είχες συγκεντρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκεντρωθεί
εμείς είχαμε συγκεντρωθεί
εσείς είχατε συγκεντρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκεντρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκεντρωθεί
εσύ θα έχεις συγκεντρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκεντρωθεί
εμείς θα έχουμε συγκεντρωθεί
εσείς θα έχετε συγκεντρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκεντρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συγκεντρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συγκεντρώσου
(εσείς) συγκεντρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συγκεντρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συγκεντρώσει
Μετοχή παρακειμένου
συγκεντρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
συγκεντρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συγκεντρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.