to call together to assembly; summon (others) to meeting; invite (guests) to gathering; convoke, convene, congregate, assemble
Πλήρης κλίση του ρήματος συγκαλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκαλώ
εσύ συγκαλείς
αυτός/αυτή/αυτό συγκαλεί
εμείς συγκαλούμε
εσείς συγκαλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκαλούν / συγκαλούνε
Παρατατικός
εγώ συγκαλούσα
εσύ συγκαλούσες
αυτός/αυτή/αυτό συγκαλούσε
εμείς συγκαλούσαμε
εσείς συγκαλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκαλούσαν / συγκαλούσανε
Αόριστος
εγώ συγκάλεσα
εσύ συγκάλεσες
αυτός/αυτή/αυτό συγκάλεσε
εμείς συγκαλέσαμε
εσείς συγκαλέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκάλεσαν / συγκαλέσαν / συγκαλέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκαλώ
εσύ θα συγκαλείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκαλεί
εμείς θα συγκαλούμε
εσείς θα συγκαλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκαλούν / θα συγκαλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκαλέσω
εσύ θα συγκαλέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκαλέσει
εμείς θα συγκαλέσουμε
εσείς θα συγκαλέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκαλέσουν / θα συγκαλέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκαλέσω
εσύ να συγκαλέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να συγκαλέσει
εμείς να συγκαλέσουμε
εσείς να συγκαλέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκαλέσουν / συγκαλέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκαλέσει
εσύ έχεις συγκαλέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκαλέσει
εμείς έχουμε συγκαλέσει
εσείς έχετε συγκαλέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκαλέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκαλέσει
εσύ είχες συγκαλέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκαλέσει
εμείς είχαμε συγκαλέσει
εσείς είχατε συγκαλέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκαλέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκαλέσει
εσύ θα έχεις συγκαλέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκαλέσει
εμείς θα έχουμε συγκαλέσει
εσείς θα έχετε συγκαλέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκαλέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συγκαλείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συγκάλεσε
(εσείς) συγκαλέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ συγκαλούμαι
εσύ συγκαλείσαι
αυτός/αυτή/αυτό συγκαλείται
εμείς συγκαλούμαστε
εσείς συγκαλείστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκαλούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό συγκαλούνταν / συγκαλείτο
εμείς συγκαλούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκαλούνταν / συγκαλούντο
Αόριστος
εγώ συγκαλέστηκα / συγκλήθηκα
εσύ συγκαλέστηκες / συγκλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό συγκαλέστηκε / συγκλήθηκε / συνεκλήθη
εμείς συγκαλεστήκαμε / συγκληθήκαμε
εσείς συγκαλεστήκατε / συγκληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά συγκαλέστηκαν / συγκαλεστήκαν / συγκαλεστήκανε / συγκλήθηκαν / συγκληθήκαν / συγκληθήκανε / συνεκλήθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα συγκαλούμαι
εσύ θα συγκαλείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκαλείται
εμείς θα συγκαλούμαστε
εσείς θα συγκαλείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκαλούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκαλεστώ / θα συγκληθώ
εσύ θα συγκαλεστείς / θα συγκληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα συγκαλεστεί / θα συγκληθεί
εμείς θα συγκαλεστούμε / θα συγκληθούμε
εσείς θα συγκαλεστείτε / θα συγκληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα συγκαλεστούν / θα συγκαλεστούνε / θα συγκληθούν / θα συγκληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να συγκαλεστώ / συγκληθώ
εσύ να συγκαλεστείς / συγκληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να συγκαλεστεί / συγκληθεί
εμείς να συγκαλεστούμε / συγκληθούμε
εσείς να συγκαλεστείτε / συγκληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να συγκαλεστούν / συγκαλεστούνε / συγκληθούν / συγκληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω συγκαλεστεί / συγκληθεί
εσύ έχεις συγκαλεστεί / συγκληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει συγκαλεστεί / συγκληθεί
εμείς έχουμε συγκαλεστεί / συγκληθεί
εσείς έχετε συγκαλεστεί / συγκληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν συγκαλεστεί / συγκληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα συγκαλεστεί / συγκληθεί
εσύ είχες συγκαλεστεί / συγκληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε συγκαλεστεί / συγκληθεί
εμείς είχαμε συγκαλεστεί / συγκληθεί
εσείς είχατε συγκαλεστεί / συγκληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν συγκαλεστεί / συγκληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω συγκαλεστεί / συγκληθεί
εσύ θα έχεις συγκαλεστεί / συγκληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει συγκαλεστεί / συγκληθεί
εμείς θα έχουμε συγκαλεστεί / συγκληθεί
εσείς θα έχετε συγκαλεστεί / συγκληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν συγκαλεστεί / συγκληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) συγκαλείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) συγκαλέσου
(εσείς) συγκαλεστείτε / συγκληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
συγκαλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας συγκαλέσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
συγκληθείσα, -η
Μετοχή παρακειμένου
συγκλημένος, -η, -o / συγκαλεσμένος
Απαρέμφατο
συγκαλέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
συγκαλεστεί / συγκληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.